Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Νέοι κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις με έμφαση σε βιωσιμότητα, ποιότητα και ευρωπαϊκή προτίμηση

Body

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει εκτεταμένη αναμόρφωση του πλαισίου των δημόσιων συμβάσεων στην ΕΕ, με στόχο απλούστερους κανόνες, λιγότερη γραφειοκρατία και μεγαλύτερη αξιοποίηση των κρατικών προμηθειών ως εργαλείου για την πράσινη μετάβαση, την καινοτομία, την οικονομική ασφάλεια και τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης.

.

Η πρόταση για νέο Κανονισμό Δημοσίων Συμβάσεων υιοθετήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2026 και φιλοδοξεί να εκσυγχρονίσει ένα πεδίο που αντιστοιχεί περίπου στο 15% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με την Επιτροπή, η μεταρρύθμιση μπορεί να οδηγήσει σε ετήσια διοικητική εξοικονόμηση 650 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 80 εκατ. ευρώ για δημόσιους αγοραστές και 570 εκατ. ευρώ για τις επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε διαγωνισμούς.

Κεντρική αλλαγή αποτελεί η ενοποίηση των τριών υφιστάμενων Οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις και συναφών διατάξεων που βρίσκονται διάσπαρτες σε τομεακή νομοθεσία σε έναν ενιαίο, άμεσα εφαρμοζόμενο Κανονισμό.

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η νέα δομή θα μειώσει τις αποκλίσεις μεταξύ κρατών-μελών που προκύπτουν σήμερα από διαφορετικές εθνικές μεταφορές της νομοθεσίας. Οι βασικές διαδικασίες αναμένεται να περιοριστούν από πέντε σε τρεις, ενώ οι δημόσιοι φορείς θα αποκτήσουν μεγαλύτερη ευελιξία στις διαπραγματεύσεις με τους υποψηφίους.

Παράλληλα, προβλέπεται νέα διαδικασία για την ανάπτυξη και προμήθεια καινοτόμων λύσεων που δεν είναι ακόμη διαθέσιμες στην αγορά, με στόχο οι δημόσιες συμβάσεις να λειτουργούν περισσότερο ως μοχλός καινοτομίας.

Σημαντικό μέρος της μεταρρύθμισης αφορά τη δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής ψηφιακής αγοράς δημοσίων συμβάσεων, η οποία θα βασίζεται στη διασύνδεση και διαλειτουργικότητα των εθνικών πλατφορμών eProcurement.

Το νέο σύστημα θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις να συμμετέχουν σε διαγωνισμούς σε ολόκληρη την ΕΕ μέσω οποιασδήποτε συνδεδεμένης πλατφόρμας, με εφαρμογή της αρχής «once-only», ώστε να περιορίζονται οι επαναλαμβανόμενες απαιτήσεις για τα ίδια στοιχεία και δικαιολογητικά.

Η ψηφιακή αγορά θα προβλέπει επίσης αυτοματοποιημένη επαλήθευση ορισμένων κριτηρίων αποκλεισμού και ενιαίο πλαίσιο διαχείρισης δεδομένων, το οποίο, σύμφωνα με την Επιτροπή, θα ενισχύσει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τις δυνατότητες καταπολέμησης της απάτης.

Ιδιαίτερη σημασία για τη βιωσιμότητα έχει η πρόταση να καταστεί το Best Price-Quality Ratio (BPQR), δηλαδή η καλύτερη σχέση τιμής-ποιότητας, η βασική μέθοδος ανάθεσης συμβάσεων.

Με βάση το προτεινόμενο πλαίσιο, τα κριτήρια ποιότητας θα πρέπει να αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον 30% της συνολικής αξιολόγησης και τουλάχιστον 50% στις συμβάσεις έντασης εργασίας, με μηχανισμό «comply or explain».

Οι αναθέτουσες αρχές θα μπορούν να αποκλίνουν από αυτά τα ποσοστά, αλλά θα πρέπει να εξηγούν με ποιον τρόπο διασφαλίζεται διαφορετικά η ποιότητα, για παράδειγμα μέσω ελάχιστων απαιτήσεων.

Η αλλαγή αυτή σημαίνει ότι οι δημόσιοι αγοραστές θα καλούνται να εξετάζουν συστηματικά όχι μόνο την τιμή, αλλά και ευρύτερες παραμέτρους ποιότητας, μεταξύ των οποίων περιβαλλοντικά και κοινωνικά κριτήρια, καινοτομία, ασφάλεια, ανθεκτικότητα και ευρωπαϊκή προτίμηση.

Η Επιτροπή επιδιώκει έτσι να ενισχύσει τη στρατηγική χρήση των δημοσίων συμβάσεων ως εργαλείου για την επίτευξη ευρωπαϊκών πολιτικών στόχων και όχι αποκλειστικά ως διαδικασίας αγοράς αγαθών και υπηρεσιών με το χαμηλότερο δυνατό κόστος.

Η πρόταση ενσωματώνει επίσης ενισχυμένες προβλέψεις για την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα των αλυσίδων εφοδιασμού, ακολουθώντας μεταξύ άλλων τις συστάσεις της έκθεσης Draghi.

Οι δημόσιοι φορείς θα μπορούν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, θα υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη κινδύνους που αφορούν την ασφάλεια της ΕΕ ή των κρατών-μελών, την προστασία ευαίσθητων πληροφοριών, την κυβερνοασφάλεια και την αθέμιτη επιρροή τρίτων χωρών.

Ειδικές διατάξεις προβλέπονται επίσης για συμβάσεις που αφορούν κρίσιμες υποδομές, με στόχο τη διαφοροποίηση των εφοδιαστικών αλυσίδων, την ασφάλεια εφοδιασμού και την καλύτερη προετοιμασία για κρίσεις.

Παράλληλα, ο Κανονισμός εισάγει ένα οριζόντιο πλαίσιο «ευρωπαϊκής προτίμησης» στις δημόσιες συμβάσεις, με σεβασμό στις διεθνείς δεσμεύσεις της Ένωσης.

Η Επιτροπή θα μπορεί να περιορίζει την πρόσβαση επιχειρήσεων ή προϊόντων από τρίτες χώρες όταν διαπιστώνεται ότι οι ευρωπαϊκές εταιρείες δεν απολαμβάνουν αντίστοιχη και δίκαιη πρόσβαση στις αγορές τους ή όταν υπάρχουν κίνδυνοι εξάρτησης και οικονομικής ασφάλειας.

«Η Ευρώπη δαπανά εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο μέσω των δημοσίων συμβάσεων. Αυτά τα χρήματα πρέπει να δουλεύουν περισσότερο για την Ευρώπη», δήλωσε ο Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος της Επιτροπής για την Ευημερία και τη Βιομηχανική Στρατηγική, Stéphane Séjourné.

Όπως σημείωσε, η μεταρρύθμιση στοχεύει στη μείωση της γραφειοκρατίας, στην αύξηση της ευελιξίας για τους δημόσιους αγοραστές και στη διευκόλυνση της συμμετοχής των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Ενιαία Αγορά.

Η αναθεώρηση έρχεται μετά από χρόνια κριτικής για μειωμένο ανταγωνισμό στις δημόσιες συμβάσεις, περιορισμένη συμμετοχή μικρομεσαίων και διασυνοριακών επιχειρήσεων και αύξηση των διαδικασιών στις οποίες υποβάλλεται μόνο μία προσφορά.

Η Επιτροπή αναφέρει ότι η νέα πρόταση ανταποκρίνεται επίσης στις συστάσεις των εκθέσεων Draghi και Letta, οι οποίες αντιμετωπίζουν τις δημόσιες συμβάσεις ως στρατηγικό εργαλείο για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης, την υποστήριξη της καινοτομίας, την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση και την οικονομική ασφάλεια.

Το σχέδιο Κανονισμού θα πρέπει πλέον να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου πριν από την τελική υιοθέτηση και έναρξη ισχύος του.

Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Αρθρογράφος
Κύριος χαρακτηρισμός περιεχομένου
Δευτερεύων χαρακτηρισμός περιεχομένου
Image
Επικεφαλίδα

Η πρόταση για νέο Κανονισμό Δημοσίων Συμβάσεων υιοθετήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2026 και φιλοδοξεί να εκσυγχρονίσει ένα πεδίο που αντιστοιχεί περίπου στο 15% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης.