Οι κυβερνήσεις και ιδιαίτερα τα υπουργεία Οικονομικών πρέπει να αντιμετωπίζουν την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή ως στρατηγική οικονομική επένδυση και όχι ως πρόσθετη περιβαλλοντική δαπάνη, σύμφωνα με νέα έρευνα που παρουσιάζει το London School of Economics and Political Science (LSE).
.
Η έκθεση με τίτλο «The Macroeconomic Case for Investing in Climate Adaptation» συγκεντρώνει τα ευρήματα σχεδόν 300 μελετών και περισσότερων από 6.000 επιμέρους εκτιμήσεων, επιχειρώντας μία από τις πληρέστερες μέχρι σήμερα αποτιμήσεις των μακροοικονομικών επιπτώσεων των φυσικών κλιματικών κινδύνων και των αποδόσεων από τις επενδύσεις ανθεκτικότητας.
Η Swenja Surminski, καθηγήτρια στο Grantham Research Institute on Climate Change and the Environment του LSE και συν-συγγραφέας της έκθεσης, υπογραμμίζει ότι η μείωση των εκπομπών παραμένει απολύτως αναγκαία, αλλά δεν επαρκεί από μόνη της. Η άνοδος της θερμοκρασίας και μέρος των συνεπειών της έχουν ήδη ενσωματωθεί στο κλιματικό σύστημα, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την παράλληλη προετοιμασία κοινωνιών, επιχειρήσεων και οικονομιών.
Η προσαρμογή δεν αντικαθιστά τη μείωση των εκπομπών
Ως κλιματική προσαρμογή ορίζονται οι παρεμβάσεις που περιορίζουν τις ζημιές από την κλιματική αλλαγή ή βοηθούν τους ανθρώπους, τις επιχειρήσεις και τις οικονομίες να προετοιμαστούν και να διαχειριστούν τις επιπτώσεις της.
Στις σχετικές επενδύσεις περιλαμβάνονται οι ανθεκτικές υποδομές, τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, οι λύσεις που βασίζονται στη φύση, η καλύτερη διαχείριση υδάτων και γεωργικών εκτάσεων, τα μέτρα αστικής ψύξης και τα χρηματοδοτικά εργαλεία αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών.
Η ανάγκη για τέτοιες παρεμβάσεις γίνεται πιο επείγουσα, καθώς οι υποδομές, τα κτίρια, οι αλυσίδες εφοδιασμού και τα παραγωγικά μοντέλα σχεδιάστηκαν σε μεγάλο βαθμό για ένα κλίμα που πλέον αλλάζει.
Καύσωνες, πλημμύρες, πυρκαγιές, ξηρασίες και ισχυρές καταιγίδες δεν προκαλούν μόνο τοπικές ζημιές. Μπορούν να περιορίσουν την παραγωγή, να διαταράξουν τις μεταφορές και τις εφοδιαστικές αλυσίδες, να αυξήσουν τις τιμές και να επιβαρύνουν τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Κίνδυνος για ανάπτυξη, πληθωρισμό και δημόσια οικονομικά
Η έκθεση χαρακτηρίζει την κλιματική αλλαγή «μακροκρίσιμο» ζήτημα, καθώς επηρεάζει βασικούς πυλώνες της οικονομικής λειτουργίας: την ανάπτυξη, την παραγωγικότητα, την απασχόληση, τον πληθωρισμό και τα δημόσια οικονομικά.
Η ακραία ζέστη μπορεί να μειώσει την απόδοση των εργαζομένων, ιδίως σε εξωτερικούς χώρους ή σε εγκαταστάσεις χωρίς επαρκή ψύξη. Οι πλημμύρες και οι καταιγίδες μπορούν να καταστρέψουν παραγωγικές υποδομές, ενώ οι ξηρασίες επηρεάζουν τη γεωργία, την ενέργεια και τη διαθεσιμότητα νερού.
Οι συνέπειες μεταφέρονται και στα κρατικά ταμεία. Οι κυβερνήσεις καλούνται να αυξήσουν τις δαπάνες για αποζημιώσεις, αποκατάσταση υποδομών και κοινωνική στήριξη, ενώ ταυτόχρονα ενδέχεται να αντιμετωπίζουν χαμηλότερα φορολογικά έσοδα λόγω της υποχώρησης της οικονομικής δραστηριότητας.
Οι αυξανόμενοι φυσικοί κίνδυνοι μπορούν επίσης να επηρεάσουν τις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας κρατών και να αυξήσουν το κόστος δανεισμού τους.
Παρά τη σημασία των κινδύνων, η ενσωμάτωσή τους στον οικονομικό σχεδιασμό παραμένει περιορισμένη. Έρευνα του 2025 σε 59 υπουργούς Οικονομικών έδειξε ότι μόλις ένα στα τέσσερα υπουργεία ανέλυε συστηματικά τις δημόσιες δαπάνες και τις χρηματοδοτικές ανάγκες για την προσαρμογή και την ανθεκτικότητα.
Έως 15% χαμηλότερο παγκόσμιο κατά κεφαλήν ΑΕΠ
Χωρίς ενίσχυση των μέτρων προσαρμογής, η κλιματική αλλαγή θα μπορούσε έως το 2050 να μειώσει το παγκόσμιο κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 3% έως 15%, ανάλογα με την πορεία της υπερθέρμανσης, σύμφωνα με την έκθεση.
Οι επιπτώσεις αναμένεται να είναι πολύ πιο έντονες στις χώρες χαμηλού και χαμηλότερου μεσαίου εισοδήματος. Για τις συγκεκριμένες οικονομίες, οι απώλειες στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ εκτιμώνται μεταξύ 8% και 18%, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ξεπεράσουν το 20%.
Οι ερευνητές προειδοποιούν, μάλιστα, ότι οι εκτιμήσεις αυτές πιθανότατα υποτιμούν την πραγματική έκταση των κινδύνων. Πολλές μελέτες εξετάζουν μεμονωμένες επιπτώσεις, όπως η αύξηση της θερμοκρασίας, χωρίς να ενσωματώνουν πλήρως τις αλυσιδωτές συνέπειες μεταξύ κλάδων, τα σημεία ανατροπής του κλιματικού συστήματος και τις ευρύτερες χρηματοπιστωτικές διαταραχές.
Τετραπλάσια οφέλη από το κόστος
Παρά τη δυσμενή εικόνα, η έκθεση διαπιστώνει ότι οι επενδύσεις προσαρμογής μπορούν να προσφέρουν ιδιαίτερα υψηλές οικονομικές αποδόσεις.
Κατά μέσο όρο, η σχέση οφέλους προς κόστος υπολογίζεται περίπου στο 4 προς 1. Αυτό σημαίνει ότι για κάθε μία μονάδα που επενδύεται στην κλιματική ανθεκτικότητα, μπορούν να προκύψουν τέσσερις μονάδες οικονομικού και κοινωνικού οφέλους.
Στις χώρες χαμηλότερου εισοδήματος, όπου οι κλιματικές επιπτώσεις είναι συχνά εντονότερες και η υφιστάμενη προστασία πιο περιορισμένη, η διάμεση απόδοση μπορεί να φτάσει το 5 προς 1.
Ορισμένες παρεμβάσεις εμφανίζονται ακόμη πιο αποδοτικές. Τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης παρουσιάζουν αναλογία οφέλους προς κόστος περίπου 6 προς 1, ενώ οι ανθεκτικές υποδομές περίπου 5 προς 1.
Σε πολλές περιπτώσεις, τα οικονομικά οφέλη μπορούν να ξεπεράσουν το αρχικό κόστος μέσα σε λίγα χρόνια, ιδιαίτερα όταν τα μέτρα λαμβάνονται έγκαιρα και εντάσσονται σε έναν ευρύτερο αναπτυξιακό σχεδιασμό.
Το «τριπλό μέρισμα» της προσαρμογής
Η προσαρμογή δεν περιορίζεται στην αποτροπή ζημιών. Η έκθεση αναδεικνύει το λεγόμενο «τριπλό μέρισμα», δηλαδή τρεις διαφορετικές κατηγορίες οφέλους.
Η πρώτη αφορά τις ζημιές που αποφεύγονται από ακραία καιρικά φαινόμενα. Η δεύτερη περιλαμβάνει τα άμεσα οικονομικά κέρδη από την αύξηση της παραγωγικότητας, των επενδύσεων και της ανάπτυξης. Η τρίτη αφορά τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά οφέλη, όπως η καλύτερη υγεία, η προστασία των οικοσυστημάτων και η βελτίωση της ποιότητας ζωής.
Παράδειγμα αποτελεί η Βραζιλία, όπου η αποκατάσταση οικοσυστημάτων, η βιώσιμη χρήση γης και η αποκατάσταση λεκανών απορροής μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα απέναντι στους καύσωνες και στις αλλαγές στον Αμαζόνιο. Ταυτόχρονα, μπορούν να μειώσουν τις εκπομπές, να βελτιώσουν την ποιότητα του νερού και να δημιουργήσουν εισοδήματα για τις τοπικές κοινωνίες.
Τι πρέπει να κάνουν τα υπουργεία Οικονομικών
Οι συγγραφείς ζητούν την πλήρη ενσωμάτωση του κλιματικού κινδύνου στον δημοσιονομικό και μακροοικονομικό σχεδιασμό.
Μεταξύ των προτάσεων περιλαμβάνονται η ενίσχυση της αναλυτικής ικανότητας των κρατικών υπηρεσιών, η ενσωμάτωση της προσαρμογής στις εθνικές αναπτυξιακές στρατηγικές και η κινητοποίηση δημόσιων και ιδιωτικών κεφαλαίων.
Συστήνεται επίσης η ενσωμάτωση των κλιματικών κινδύνων στις αναλύσεις βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους και η προτεραιοποίηση επενδύσεων «χωρίς μεταμέλεια», οι οποίες προσφέρουν οφέλη σε ένα ευρύ φάσμα πιθανών κλιματικών σεναρίων.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η προσαρμογή δεν αποτελεί προαιρετικό συμπλήρωμα της κλιματικής πολιτικής. Πρόκειται για οικονομική αναγκαιότητα, η οποία μπορεί να προστατεύσει την ανάπτυξη, να περιορίσει τις δημοσιονομικές πιέσεις και να ενισχύσει τη μακροπρόθεσμη ευημερία.
Πηγή: London School of Economics and Political Science – Grantham Research Institute on Climate Change and the Environment.
Νέα έκθεση που παρουσιάζει το London School of Economics εκτιμά ότι οι επενδύσεις στην προσαρμογή μπορούν να αποδώσουν κατά μέσο όρο τετραπλάσια οφέλη σε σχέση με το κόστος τους, ενώ στις χώρες χαμηλότερου εισοδήματος η αναλογία μπορεί να φτάσει το 5 προς 1.