Η Bloomberg Index Services και το Πανεπιστήμιο του Cambridge λανσάρουν μια νέα οικογένεια εταιρικών ομολογιακών δεικτών που αποκλείουν εταιρείες οι οποίες συμμετέχουν ή χρηματοδοτούν την επέκταση των ορυκτών καυσίμων.
.
Οι Bloomberg-Cambridge University Corporate Indices, γνωστοί ως BCam Indices, επιχειρούν να καλύψουν ένα κενό στην αγορά των επενδυτικών benchmarks, προσφέροντας σε θεσμικούς επενδυτές ένα εργαλείο περισσότερο ευθυγραμμισμένο με τους στόχους περιορισμού της υπερθέρμανσης του πλανήτη και διαχείρισης των μακροπρόθεσμων κλιματικών κινδύνων.
Η δημιουργία των νέων δεικτών βασίζεται σε ακαδημαϊκή έρευνα του Πανεπιστημίου του Cambridge, η οποία αναδεικνύει τον κρίσιμο ρόλο της αγοράς ομολόγων στη χρηματοδότηση εταιρειών που αναπτύσσουν νέα έργα πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα. Σε αντίθεση με αρκετούς υφιστάμενους δείκτες βιώσιμων επενδύσεων, οι BCam Indices δεν περιορίζονται στην αξιολόγηση των άμεσων δραστηριοτήτων των εταιρειών, αλλά εξετάζουν και τη χρηματοδοτική αλυσίδα που στηρίζει την επέκταση των ορυκτών καυσίμων.
Ποιες εταιρείες αποκλείονται
Οι νέοι Bloomberg-Cambridge δείκτες αποκλείουν επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις αλυσίδες αξίας θερμικού άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς και εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας που επεκτείνουν την παραγωγή ή τη χρήση ορυκτών καυσίμων. Για τη διαδικασία επιλογής αξιοποιούνται δεδομένα από τις Global Oil and Gas Exit List και Global Coal Exit List της γερμανικής μη κυβερνητικής οργάνωσης Urgewald.
Παράλληλα, οι δείκτες μειώνουν τη στάθμιση ή αποκλείουν χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που στηρίζουν την επέκταση των ορυκτών καυσίμων. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τράπεζες που χρηματοδοτούν νέα έργα, ασφαλιστικές εταιρείες που παρέχουν κάλυψη στον κλάδο των ορυκτών καυσίμων, καθώς και επιχειρήσεις των οποίων η πορεία απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα κρίνεται ανεπαρκής.
Γιατί οι δείκτες αποκτούν μεγαλύτερη σημασία
Οι χρηματοοικονομικοί δείκτες αποτελούν βασικό μηχανισμό λειτουργίας των κεφαλαιαγορών, καθώς χρησιμοποιούνται ως σημεία αναφοράς για την απόδοση επενδυτικών χαρτοφυλακίων και ολόκληρων κατηγοριών περιουσιακών στοιχείων. Η σημασία τους έχει αυξηθεί ακόμη περισσότερο λόγω της ταχείας ανάπτυξης των παθητικών επενδύσεων και των exchange-traded funds, τα οποία κατανέμουν κεφάλαια ακολουθώντας αυτοματοποιημένα τη σύνθεση συγκεκριμένων benchmarks.
Με αυτόν τον τρόπο, οι επιλογές των παρόχων δεικτών δεν περιορίζονται πλέον σε έναν τεχνικό ρόλο μέτρησης της αγοράς, αλλά επηρεάζουν άμεσα τη ροή κεφαλαίων προς επιχειρήσεις και κλάδους. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συνοδεύουν την παρουσίαση των BCam Indices, το 33% των asset owners δηλώνει ότι αντιμετωπίζει εμπόδια στην πρόσβαση σε επενδυτικής βαθμίδας εταιρικά ομολογιακά προϊόντα, δείκτες και funds που να ανταποκρίνονται στις κλιματικές στρατηγικές του.
Το κενό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην κατηγορία των ευρείας αγοράς δεικτών εταιρικών ομολόγων που αποκλείουν την επέκταση των ορυκτών καυσίμων. Ακόμη και το Climate Transition Benchmark της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το κείμενο που συνοδεύει την ανακοίνωση των νέων δεικτών, δεν αποκλείει πλήρως όλες τις εταιρείες που συνεχίζουν να αναπτύσσουν δραστηριότητες ορυκτών καυσίμων.
Το 51% της χρηματοδότησης μέσω ομολόγων
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα πίσω από τη δημιουργία των BCam Indices αφορά το μέγεθος της χρηματοδότησης που διοχετεύεται προς τους developers ορυκτών καυσίμων μέσω των αγορών εταιρικών ομολόγων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η πρωτοβουλία, το 51% της χρηματοδότησης εταιρειών που συμμετείχαν στην ανάπτυξη νέων έργων ορυκτών καυσίμων κατά τη διετία 2023-2024 προήλθε από εκδόσεις ομολόγων.
Το υπόλοιπο χρηματοδοτικό μείγμα προήλθε κυρίως από τραπεζικό δανεισμό, ενώ οι εκδόσεις μετοχών αντιπροσώπευαν πολύ μικρότερο ποσοστό. Η συγκεκριμένη εικόνα ενισχύει την άποψη ότι η αποεπένδυση μόνο από μετοχές εταιρειών ορυκτών καυσίμων δεν αρκεί για επενδυτές που επιδιώκουν να περιορίσουν τη χρηματοδοτική τους έκθεση στην επέκταση του κλάδου.
Η λογική των νέων δεικτών βασίζεται επίσης στην εκτίμηση επιστημονικών φορέων και του International Energy Agency ότι η ανάπτυξη νέων κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου ή νέων έργων θερμικού άνθρακα δεν είναι συμβατή με μια πορεία συγκράτησης της υπερθέρμανσης στον 1,5 βαθμό Κελσίου.
$750 εκατ. από Cambridge και UN Joint Staff Pension Fund
Η έναρξη λειτουργίας των νέων δεικτών συνοδεύεται ήδη από σημαντικές δεσμεύσεις κεφαλαίων. Το Πανεπιστήμιο του Cambridge και το United Nations Joint Staff Pension Fund έχουν ανακοινώσει ότι θα επενδύσουν συνολικά 750 εκατ. δολάρια σε στρατηγικές που παρακολουθούν τους BCam Indices.
Η κίνηση αυτή δίνει στους νέους δείκτες μια πρώτη θεσμική βάση και επιχειρεί να δείξει ότι η προσέγγιση δεν περιορίζεται σε ένα θεωρητικό πλαίσιο για climate-aligned investing, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα για τη διαχείριση πραγματικών χαρτοφυλακίων σταθερού εισοδήματος.
Τι μπορούν να κάνουν οι asset owners
Πέρα από την απευθείας επένδυση σε προϊόντα που παρακολουθούν τους BCam Indices, η πρωτοβουλία προτείνει μια σειρά ενεργειών προς τους ιδιοκτήτες κεφαλαίων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η αντικατάσταση υφιστάμενων fixed-income benchmarks με δείκτες περισσότερο ευθυγραμμισμένους με κλιματικούς στόχους, η πίεση προς εξωτερικούς asset managers για ανάπτυξη νέων passive funds και η διακοπή νέων επενδύσεων σε ομόλογα εταιρειών που επεκτείνουν την παραγωγή ορυκτών καυσίμων.
Παράλληλα, οι asset owners καλούνται να ενθαρρύνουν τους παρόχους χρηματοοικονομικών δεικτών να προσφέρουν περισσότερα προϊόντα που αποκλείουν όχι μόνο τις ίδιες τις εταιρείες ανάπτυξης ορυκτών καυσίμων, αλλά και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που στηρίζουν οικονομικά ή ασφαλιστικά τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.
Η δημιουργία των Bloomberg-Cambridge University Corporate Indices αναδεικνύει έτσι έναν λιγότερο προβεβλημένο αλλά ιδιαίτερα σημαντικό πυλώνα της ενεργειακής μετάβασης: την αγορά εταιρικών ομολόγων. Καθώς τα passive funds και οι δείκτες αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη επιρροή στη διεθνή κατανομή κεφαλαίων, το ερώτημα για τους επενδυτές μετατοπίζεται σταδιακά από το ποια εταιρεία κατέχουν σε ένα χαρτοφυλάκιο, στο ποιες οικονομικές δραστηριότητες εξακολουθούν να χρηματοδοτούν μέσω του χρέους.
Aποκλείουν εταιρείες, τράπεζες και ασφαλιστικές που συνδέονται με την επέκταση ορυκτών καυσίμων, ανοίγοντας νέα επιλογή για climate-aligned επενδύσεις.