Οι κυβερνήσεις συμφώνησαν στην ανάγκη να επιταχυνθεί η εφαρμογή του Παγκόσμιου Πλαισίου για τη Βιοποικιλότητα Κουνμίνγκ–Μόντρεαλ, χωρίς όμως να ξεπεράσουν τη διαφωνία για το ποιοι πρέπει να συνεισφέρουν περισσότερα χρήματα στην παγκόσμια προσπάθεια προστασίας της φύσης.
.
Η COP17, που πραγματοποιήθηκε στο Ερεβάν της Αρμενίας, αποτέλεσε την πρώτη συνολική αποτίμηση της προόδου μετά την υιοθέτηση του Παγκόσμιου Πλαισίου το 2022. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι λιγότεροι από τους μισούς εθνικούς στόχους που έχουν αξιολογηθεί βρίσκονται σήμερα σε τροχιά επίτευξης.
Το τελικό αποτέλεσμα διατηρεί την πολιτική δέσμευση για επιτάχυνση της εφαρμογής των παγκόσμιων στόχων, αλλά αφήνει ανοιχτό το βασικότερο ίσως ζήτημα: από πού θα προέλθουν τα κεφάλαια που απαιτούνται.
Το κενό των 700 δισ. δολαρίων
Στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων βρέθηκε η χρηματοδότηση. Το Παγκόσμιο Πλαίσιο αναγνωρίζει ένα ετήσιο χρηματοδοτικό κενό περίπου 700 δισ. δολαρίων για τη βιοποικιλότητα, ενώ ο στόχος είναι να κινητοποιούνται τουλάχιστον 200 δισ. δολάρια ετησίως έως το 2030 από δημόσιες, ιδιωτικές, εγχώριες και διεθνείς πηγές.
Οι διαπραγματεύσεις στο Ερεβάν δεν κατάφεραν να καταλήξουν σε συμφωνία για τη διεύρυνση της βάσης των κρατών που θα είναι υποχρεωμένα να συνεισφέρουν στη διεθνή χρηματοδότηση.
Οι χώρες που παραδοσιακά χρηματοδοτούν την εφαρμογή της Σύμβασης για τη Βιολογική Ποικιλότητα –μεταξύ αυτών ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Ιαπωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ελβετία, η Νορβηγία και ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ– επιδίωξαν να διευρυνθεί ο αριθμός των δωρητών.
Από την άλλη πλευρά, χώρες όπως η Κίνα, η Σαουδική Αραβία, η Ρωσία και η Αργεντινή αντιτάχθηκαν στη θέσπιση εισοδηματικών κριτηρίων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νέες υποχρεωτικές συνεισφορές.
Το τελικό κείμενο περιορίστηκε, σύμφωνα με το Politico, στη διαπίστωση ότι η συμμετοχή περισσότερων χωρών θα βελτίωνε την κινητοποίηση κεφαλαίων, καλώντας επιπλέον κράτη να συνεισφέρουν σε εθελοντική βάση.
Πλούσιες χώρες και νέες οικονομικές δυνάμεις
Η διαφωνία ανέδειξε ένα βαθύτερο ρήγμα στις διεθνείς διαπραγματεύσεις για τη φύση. Το ερώτημα είναι εάν το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής ευθύνης πρέπει να εξακολουθήσουν να φέρουν οι ιστορικά ανεπτυγμένες οικονομίες ή εάν θα πρέπει να αυξηθούν οι υποχρεώσεις χωρών που έχουν αποκτήσει σημαντικά υψηλότερα εισοδήματα και οικονομική ισχύ τις τελευταίες δεκαετίες.
Η Σύμβαση για τη Βιολογική Ποικιλότητα στηρίζεται εδώ και δεκαετίες στην αρχή ότι οι ανεπτυγμένες χώρες παρέχουν περισσότερους οικονομικούς πόρους στις αναπτυσσόμενες χώρες για την εφαρμογή των στόχων προστασίας της φύσης. Η αλλαγή της παγκόσμιας οικονομικής ισορροπίας, ωστόσο, έχει εντείνει τη συζήτηση γύρω από το ποιες χώρες πρέπει πλέον να συμμετέχουν στη χρηματοδότηση.
Ο στόχος του 30% παραμένει
Παρά το αδιέξοδο στα χρήματα, οι κυβερνήσεις διατήρησαν τον βασικό στόχο του Παγκόσμιου Πλαισίου για προστασία του 30% των χερσαίων και θαλάσσιων περιοχών έως το 2030.
Το Πλαίσιο προβλέπει συνολικά 23 στόχους έως το τέλος της δεκαετίας, μεταξύ των οποίων προστασία και αποκατάσταση οικοσυστημάτων, μείωση των επιδοτήσεων που βλάπτουν τη φύση και αύξηση της χρηματοδότησης για τη βιοποικιλότητα.
Στο Ερεβάν οι χώρες συμφώνησαν επίσης να ενισχύσουν τον ρόλο των πόλεων και των τοπικών κυβερνήσεων στην εφαρμογή των στόχων, να βελτιώσουν την πρόσβασή τους στη χρηματοδότηση και να ενισχύσουν την επιστημονική συνεργασία και την ανάπτυξη ικανοτήτων. Παράλληλα, αναγνωρίστηκε η ανάγκη για μεγαλύτερη προστασία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.
Στο τραπέζι οι επιδοτήσεις που βλάπτουν τη φύση
Ένα ακόμη κρίσιμο θέμα ήταν οι δημόσιες επιδοτήσεις και τα οικονομικά κίνητρα που ενθαρρύνουν δραστηριότητες με αρνητικές συνέπειες για τη βιοποικιλότητα. Το Παγκόσμιο Πλαίσιο προβλέπει τη σταδιακή μείωση των επιβλαβών κινήτρων και επιδοτήσεων κατά τουλάχιστον 500 δισ. δολάρια ετησίως έως το 2030.
Στην COP17 οι κυβερνήσεις αναγνώρισαν εκ νέου την ανάγκη μεταρρύθμισης αυτών των κινήτρων και παράλληλης ενίσχυσης δραστηριοτήτων που προστατεύουν ή αποκαθιστούν τη φύση.
Νέα 1,8 δισ. δολάρια, αλλά οι ανάγκες είναι πολύ μεγαλύτερες
Ορισμένες κυβερνήσεις, μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Ισλανδία, το Ουζμπεκιστάν και η Ισπανία, ανακοίνωσαν νέες οικονομικές δεσμεύσεις συνολικού ύψους 1,8 δισ. δολαρίων προς το Global Biodiversity Framework Fund και το Global Environment Facility.
Οι ανακοινώσεις προσφέρουν πρόσθετους πόρους, αλλά παραμένουν πολύ μικρές σε σχέση με το συνολικό χρηματοδοτικό κενό και τις ανάγκες εφαρμογής των παγκόσμιων στόχων.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο από το γεγονός ότι, σύμφωνα με την παγκόσμια αξιολόγηση που παρουσιάστηκε πριν από την COP17, η αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης δεν έχει συνοδευτεί από ανάλογη ανάπτυξη της ιδιωτικής χρηματοδότησης για τη φύση.
Η εκκρεμότητα του Cali Fund
Ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα του Cali Fund, του μηχανισμού που δημιουργήθηκε το 2024 με στόχο να κινητοποιήσει χρηματοδότηση από επιχειρήσεις που επωφελούνται από τη χρήση γενετικών δεδομένων της φύσης.
Μέχρι την επόμενη COP, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να εξετάσουν πώς μπορούν να αυξηθούν οι εταιρικές συνεισφορές και να ενισχυθούν οι διαθέσιμοι πόροι. Περιβαλλοντικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι τα μέχρι σήμερα έσοδα του μηχανισμού παραμένουν περιορισμένα σε σχέση με τις προσδοκίες και τις ανάγκες.
Πάνω από 250 εκατ. εκτάρια υπό αποκατάσταση
Η COP17 πραγματοποιήθηκε την ίδια περίοδο που το Πρόγραμμα Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Εθνών ανακοίνωσε ότι περισσότερα από 250 εκατ. εκτάρια υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων βρίσκονται ήδη υπό αποκατάσταση παγκοσμίως.
Τα στοιχεία δείχνουν σημαντική αύξηση της δράσης, αλλά οι χώρες εξακολουθούν να βρίσκονται εκτός πορείας για την επίτευξη των συνολικών στόχων του 2030.
Η ίδια εικόνα προκύπτει από την πρώτη παγκόσμια αποτίμηση του Πλαισίου: σχεδόν το 90% των χωρών έχει πλέον θέσει εθνικούς στόχους για τη βιοποικιλότητα, αλλά λιγότεροι από τους μισούς στόχους που αξιολογήθηκαν βρίσκονται σε σωστή τροχιά.
Η επόμενη κρίσιμη συνάντηση το 2028
Οι χώρες θα επανέλθουν στις εκκρεμότητες στην επόμενη COP για τη βιοποικιλότητα, που θα πραγματοποιηθεί το 2028 στον Ισημερινό.
Μέχρι τότε, η βασική πρόκληση παραμένει η ίδια: να μετατραπούν οι δεσμεύσεις για προστασία και αποκατάσταση της φύσης σε πραγματικές επενδύσεις και έργα.
Η COP17 επιβεβαίωσε ότι η διεθνής πολιτική συμφωνία γύρω από την ανάγκη ανάσχεσης της απώλειας βιοποικιλότητας εξακολουθεί να υφίσταται. Εκεί όπου παραμένει η μεγάλη απόσταση είναι στη χρηματοδότηση που απαιτείται για να εφαρμοστούν οι στόχοι μέχρι το 2030.
Πηγή: Politico Europe
Η COP17 στο Ερεβάν ολοκληρώθηκε με νέα δέσμευση για επιτάχυνση της προστασίας της φύσης, αλλά χωρίς συμφωνία για το ποιοι θα χρηματοδοτήσουν το ετήσιο κενό των 700 δισ. δολαρίων.