ECGI: Το sustainability reporting μετατρέπεται από υποχρέωση disclosure σε ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου

Body

Η μετάβαση από το εθελοντικό στο υποχρεωτικό sustainability reporting δημιουργεί μια λιγότερο εμφανή αλλά ουσιαστική αλλαγή στην εταιρική διακυβέρνηση: οι απαιτήσεις disclosure αρχίζουν να επηρεάζουν στην πράξη το περιεχόμενο των ESG duties των directors. Αυτό υποστηρίζει νέο Law Working Paper του European Corporate Governance Institute (ECGI) και της Luh Luh Lan, Associate Professor στη Faculty of Law του National University of Singapore. 

.

Η βασική θέση της μελέτης The Impact of Sustainability Reporting on Directors' ESG Duties: The Disclosure-Duty Feedback Loop είναι ότι τα sustainability standards μπορεί να καθορίζουν τι πρέπει να δημοσιοποιηθεί, αλλά δεν προσδιορίζουν με την ίδια σαφήνεια τι ακριβώς πρέπει να κάνει το διοικητικό συμβούλιο πίσω από τους αριθμούς. Πόσο πρέπει να ελέγχει ένα Scope 3 estimate; Τι συμβαίνει εάν μια εύλογη διαδικασία παράγει τελικά λάθος αριθμό; Και πόσο δεσμεύει το board μια transition commitment που έχει ήδη δημοσιοποιήσει;

Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα δημιουργεί έναν «disclosure-duty feedback loop»: μόλις μια γνωστοποίηση γίνει υποχρεωτική, το board πρέπει να δημιουργήσει και να εποπτεύει τα συστήματα που παράγουν τα σχετικά δεδομένα. Με αυτόν τον τρόπο εμπλέκεται αναγκαστικά και στη διακυβέρνηση του ίδιου του ESG θέματος. Το report που δημοσιεύεται στη συνέχεια γίνεται σημείο αναφοράς έναντι του οποίου μπορεί να αξιολογηθεί η μελλοντική συμπεριφορά του διοικητικού συμβουλίου. 

Από το «duty to disclose» στο «duty to govern»

Η μελέτη αμφισβητεί την αντίληψη ότι το mandatory sustainability disclosure είναι αποκλειστικά μηχανισμός διαφάνειας προς επενδυτές και αγορές. Για να δημοσιεύσει μια εταιρεία αξιόπιστα στοιχεία, πρέπει πρώτα να τα συλλέξει, να τα επαληθεύσει, να δημιουργήσει internal controls και να ορίσει σαφείς αρμοδιότητες.

Το board, επομένως, δεν μπορεί απλώς να εγκρίνει ένα τελικό sustainability report. Πρέπει να εποπτεύει την υποδομή που παράγει τις πληροφορίες και να έχει εύλογη πεποίθηση ότι λειτουργεί. Αυτό γίνεται ακόμη πιο σημαντικό όταν τα disclosures υπόκεινται σε assurance και νομικό έλεγχο.

Η δυναμική γίνεται αυτοενισχυόμενη. Όταν ένα board περιγράφει δημόσια πώς εποπτεύει έναν climate risk ή ένα transition plan, η ίδια αυτή περιγραφή μπορεί να μετατραπεί σε benchmark για τις επόμενες περιόδους. Ένα control framework που δηλώνεται σήμερα μπορεί αύριο να θεωρηθεί κάτι που η διοίκηση όφειλε να διατηρήσει. Η συγγραφέας συνοψίζει τη λογική ως μετακίνηση από το disclosure προς το governance: τα boards πρέπει να αντιμετωπίζουν τις γνωστοποιήσεις περισσότερο ως commitments και λιγότερο ως απλές περιγραφές. 

ISSB, ΕΕ και ΗΠΑ: Τρεις διαφορετικές διαδρομές

Το paper εξετάζει τρεις βασικές κανονιστικές αρχιτεκτονικές. Η πρώτη είναι το ISSB baseline, που έχει υιοθετηθεί ή χρησιμοποιείται ως βάση σε δικαιοδοσίες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Σιγκαπούρη. Η δεύτερη είναι το ευρωπαϊκό σύστημα CSRD/ESRS, το οποίο, παρά τη μείωση του πεδίου εφαρμογής μέσω του Omnibus I, διατηρεί τη double materiality. Η τρίτη είναι η αμερικανική περίπτωση, όπου η ομοσπονδιακή πορεία προς mandatory climate disclosure έχει υποχωρήσει, ενώ η Καλιφόρνια αναπτύσσει απαιτήσεις με εξωεδαφική εμβέλεια. 

Η Ευρώπη παραμένει η βαθύτερη από τις τρεις προσεγγίσεις. Το Omnibus I περιορίζει τον αριθμό των εταιρειών που εμπίπτουν στο CSRD, αλλά δεν καταργεί τη double materiality. Οι εταιρείες που παραμένουν εντός scope καλούνται επομένως να εξετάζουν τόσο τον τρόπο με τον οποίο sustainability matters επηρεάζουν την οικονομική τους θέση όσο και τις επιπτώσεις της ίδιας της επιχείρησης σε ανθρώπους και περιβάλλον.

Η μελέτη επισημαίνει ότι η ΕΕ είναι και η μόνη από τις τρεις περιπτώσεις που αναφέρεται ρητά στα διοικητικά όργανα μέσα στο ίδιο το sustainability framework. Το Article 33 της Accounting Directive προβλέπει συλλογική ευθύνη των διοικητικών, management και supervisory bodies για την κατάρτιση και δημοσίευση του report, ενώ το ESRS 2 απαιτεί disclosure για ρόλους, expertise, information flows και internal controls. 

UK: Τρεις δρόμοι ευθύνης, Singapore δύο, Delaware ένας

Το πόσο ισχυρός γίνεται ο «feedback loop» εξαρτάται, ωστόσο, όχι μόνο από το reporting standard αλλά και από το εταιρικό δίκαιο κάθε χώρας.

Σύμφωνα με τη μελέτη, στο Ηνωμένο Βασίλειο ο μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει μέσω τριών καναλιών: της fiduciary duty του section 172, της ειδικότερης υποχρέωσης να λαμβάνονται υπόψη περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί παράγοντες και της duty of care του section 174. Στη Σιγκαπούρη υπάρχουν δύο βασικές διαδρομές, ενώ στο Delaware ουσιαστικά μία, καθώς η δυνατότητα περιορισμού της ευθύνης για breaches of duty of care έχει μεταφέρει το βάρος περισσότερο στην Caremark-style duty of loyalty και στην απόδειξη bad faith. 

Αυτό σημαίνει ότι δύο boards μπορεί να δημοσιοποιούν παρόμοια sustainability data αλλά να αντιμετωπίζουν διαφορετική νομική έκθεση λόγω της δικαιοδοσίας στην οποία είναι incorporated.

Η μελέτη υπογραμμίζει επίσης ότι οι νέες απαιτήσεις δεν μετατρέπουν τους directors σε εγγυητές της επίτευξης ενός climate target. Το corporate law εξακολουθεί να εστιάζει κυρίως στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και στην ποιότητα της εποπτείας, όχι στο εάν το board επέλεξε εκ των υστέρων την «σωστή» ESG στρατηγική. Τα δικαστήρια εξετάζουν περισσότερο αν το board ενήργησε με καλή πίστη, ενημερώθηκε επαρκώς και έθεσε κατάλληλα monitoring systems. 

Assurance: Το ESG περνά στην audit committee

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο assurance. Όσο τα sustainability disclosures αποκτούν εξωτερική διασφάλιση, τόσο περισσότερο προσεγγίζουν τη λογική των financial disclosures.

Για να μπορεί ένα στοιχείο να υποβληθεί σε assurance χρειάζονται documented methodologies, internal controls και audit trail. Αυτό μεταφέρει σταδιακά το ESG oversight μέσα στην audit committee, ιδιαίτερα στις εισηγμένες εταιρείες. Ένα board που υποχρεούται να λάβει assurance για climate data δεν μπορεί να παραμένει αποστασιοποιημένο από την ποιότητα των συστημάτων που παράγουν αυτά τα δεδομένα. 

Η νομική υποχρέωση δεν είναι κατ' ανάγκη καινούργια, επισημαίνει το paper. Αυτό που αλλάζει είναι το σημείο στο οποίο η υφιστάμενη duty of care «προσκολλάται». Τα mandatory disclosures προσφέρουν περισσότερα συγκεκριμένα στοιχεία για το τι γνώριζε το board, τι είχε δηλώσει ότι εποπτεύει και ποια συστήματα είχε παρουσιάσει ως λειτουργικά.

Transition plans και Scope 3 στο υψηλότερο liability risk

Η μεγαλύτερη νομική αβεβαιότητα εντοπίζεται σε δύο περιοχές: forward-looking transition plans και Scope 3 emissions.

Ένα transition plan δεν αποτελεί απλώς απολογισμό του παρελθόντος αλλά δήλωση για τη μελλοντική πορεία της εταιρείας. Σύμφωνα με τη μελέτη, μπορεί να δημιουργήσει τρεις μορφές έκθεσης: regulatory enforcement ως προς accuracy και good faith, private greenwashing claims και την προσδοκία ότι σημαντικές αποκλίσεις από το σχέδιο θα πρέπει να εξηγηθούν. 

Το Scope 3 είναι ακόμη δυσκολότερο. Οι σχετικές εκπομπές μπορούν να αποτελούν πάνω από το 80% των συνολικών emissions μιας εταιρείας, αλλά συχνά βασίζονται σε estimates και δεδομένα τρίτων. 

Η συγγραφέας θεωρεί κρίσιμο να διαχωρίζεται η λανθασμένη τελική εκτίμηση από μια ανεπαρκή διαδικασία. Ένας director που εποπτεύει μια εύλογη methodology δεν θα πρέπει να θεωρείται υπεύθυνος μόνο και μόνο επειδή το Scope 3 estimate αποδείχθηκε αργότερα ανακριβές.

Το πρόβλημα των πολυεθνικών: Το «composite duty»

Η μεγαλύτερη πολυπλοκότητα εμφανίζεται στις πολυεθνικές που υπόκεινται ταυτόχρονα σε περισσότερα από ένα καθεστώτα.

Μια εταιρεία μπορεί να έχει υποχρέωση disclosure λόγω του τόπου listing ή της οικονομικής της δραστηριότητας, ενώ οι duties των directors της ρυθμίζονται από το δίκαιο της χώρας incorporation. Έτσι δημιουργείται αυτό που η μελέτη χαρακτηρίζει listing-incorporation gap.

Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ένα «composite obligation» που δεν περιγράφεται πλήρως σε κανένα μεμονωμένο rulebook. Το board πρέπει να λαμβάνει υπόψη διαφορετικούς κανόνες materiality, assurance και enforcement και στην πράξη να «govern to the outer edge» των απαιτήσεων που ισχύουν ταυτόχρονα. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι μια εταιρεία incorporated στο Delaware αλλά υπόχρεη σε ευρωπαϊκά sustainability disclosures. Μπορεί να χρειάζεται να αναφέρει impact matters βάσει της double materiality της ΕΕ, παρότι το εταιρικό δίκαιο του Delaware δεν δημιουργεί αντίστοιχα ευρεία υποχρέωση στο board. Η μελέτη σημειώνει ότι δεν υπάρχει σήμερα σαφής μηχανισμός που να λύνει πλήρως αυτή την αντίφαση. 

Τέσσερις προτάσεις για να περιοριστεί η νομική αβεβαιότητα

Η Luh Luh Lan προτείνει τέσσερις μεταρρυθμίσεις. Πρώτον, μεγαλύτερη σαφήνεια για το ESG oversight duty, με την αναγνώριση ότι το board πρέπει να δημιουργεί και να εποπτεύει συστήματα εύλογα σχεδιασμένα ώστε να παράγουν αξιόπιστη sustainability information, χωρίς όμως ο νόμος να κρίνει το board αποκλειστικά από το αποτέλεσμα.

Δεύτερον, προτείνει safe harbours για good-faith forward-looking disclosures, transition targets και Scope 3 estimates. Η προστασία θα πρέπει να ισχύει όταν η γνωστοποίηση βασίστηκε σε εύλογη μεθοδολογία, έγινε καλόπιστα και περιέγραφε σωστά τις αβεβαιότητες, όχι όμως όταν ήταν careless ή misleading. 

Τρίτον, η assurance πρέπει να είναι proportionate. Η μελέτη προτείνει limited assurance εκεί όπου η αξιοπιστία των δεδομένων δεν δικαιολογεί ακόμη το υψηλότερο κόστος reasonable assurance, ιδιαίτερα σε πεδία όπως το Scope 3. 

Τέταρτον, ζητά μεγαλύτερη interoperability και mutual recognition για εταιρείες που αναφέρουν βάσει πολλαπλών καθεστώτων, με το ISSB baseline να μπορεί να λειτουργήσει ως κοινή βάση ισοδυναμίας, χωρίς να αφαιρείται η επιπλέον layer της double materiality σε δικαιοδοσίες όπως η ΕΕ. 

Το reporting δημιουργεί πλέον governance record

Το σημαντικότερο συμπέρασμα του working paper είναι ότι το sustainability reporting δεν δημιουργεί από μόνο του μια νέα, αυτόνομη υποχρέωση των directors να πετύχουν συγκεκριμένα ESG outcomes. Ενεργοποιεί όμως και κάνει περισσότερο συγκεκριμένες υφιστάμενες υποχρεώσεις εποπτείας, φροντίδας και ελέγχου.

Όσο τα disclosures γίνονται mandatory, standardized και assured, τόσο μεγαλύτερο governance record δημιουργεί η ίδια η εταιρεία. Τα boards δεν κρίνονται μόνο από όσα τελικά πέτυχαν, αλλά ολοένα περισσότερο από το εάν είχαν τα κατάλληλα συστήματα, εάν παρακολουθούσαν τους κινδύνους που οι ίδιοι δήλωναν ότι παρακολουθούν και εάν μπορούν να εξηγήσουν αποκλίσεις από προηγούμενα commitments.

Αυτό είναι και το βασικό «feedback loop» της μελέτης: η εταιρεία δημοσιοποιεί πώς διοικεί ένα ESG θέμα και, στη συνέχεια, η ίδια αυτή δημοσιοποίηση μπορεί να γίνει μέρος του μέτρου με το οποίο θα αξιολογηθεί η διοίκησή της. Η αυξανόμενη αυστηρότητα του sustainability reporting δεν κάνει επομένως τους directors «ασφαλιστές» απέναντι σε κάθε ESG αποτυχία, αλλά περιορίζει σταδιακά τον χώρο στον οποίο μπορούν να υποστηρίξουν ότι δεν γνώριζαν, δεν παρακολουθούσαν ή δεν είχαν δεσμευθεί.

Αρθρογράφος
Κύριος χαρακτηρισμός περιεχομένου
Δευτερεύων χαρακτηρισμός περιεχομένου
Image
Επικεφαλίδα

Νέα μελέτη του ECGI δείχνει πώς το mandatory sustainability reporting δημιουργεί έναν disclosure-duty feedback loop, αυξάνοντας τις ESG oversight απαιτήσεις για διοικητικά συμβούλια.