ΗΠΑ: Αντιπαράθεση για τους κλιματικούς κινδύνους στις αξιολογήσεις Fitch, Moody’s και S&P

Body

Νέο πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης για τα ESG στις ΗΠΑ αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης ενσωματώνουν τους κλιματικούς κινδύνους στις αναλύσεις τους. Συνασπισμός 20 Δημοκρατικών γενικών εισαγγελέων, με επικεφαλής τη γενική εισαγγελέα της Νέας Υόρκης, Λετίσια Τζέιμς, απευθύνθηκε στην αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (SEC), αμφισβητώντας τις αιτιάσεις Ρεπουμπλικανών αξιωματούχων κατά των Fitch, Moody’s και S&P.

.

Η επιστολή, με ημερομηνία 27 Αυγούστου 2026, απευθύνεται στον πρόεδρο της SEC, Πολ Άτκινς, και στον διευθυντή του τμήματος επιβολής της νομοθεσίας. Οι υπογράφοντες υποστηρίζουν ότι η κριτική των Ρεπουμπλικανών βασίζεται σε πραγματολογικές ανακρίβειες και στρεβλώσεις και ενδέχεται να ασκήσει αθέμιτη πίεση στους οίκους ώστε να αλλάξουν τις ανεξάρτητες αξιολογήσεις τους.

Η διαμάχη ξεκίνησε τον Απρίλιο, όταν 23 Ρεπουμπλικανοί γενικοί εισαγγελείς ενημέρωσαν τους τρεις οίκους ότι εξετάζουν τις υποβαθμίσεις εταιρειών του κλάδου των ορυκτών καυσίμων. Υποστήριξαν ότι οι αποφάσεις αυτές αντιβαίνουν ουσιωδώς στις δημοσιευμένες μεθοδολογίες των οίκων και έθεσαν ερωτήματα για τη νομιμότητα της χρήσης παραγόντων ESG στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις.

Καθώς η επιστολή είχε αποσταλεί και στη SEC, οι Δημοκρατικοί εισαγγελείς εκτιμούν ότι οι Ρεπουμπλικανοί επιδιώκουν να προκαλέσουν έρευνα της εποπτικής αρχήςς για τη συνεκτίμηση των κλιματικών κινδύνων και των κινδύνων της ενεργειακής μετάβασης.

Στο επίκεντρο η ανεξαρτησία της αξιολόγησης κινδύνου

Η βασική διαφωνία αφορά το κατά πόσο οι εξελίξεις στην κλιματική πολιτική δικαιολογούν αλλαγές στην αξιολόγηση των μακροπρόθεσμων κινδύνων. Οι Ρεπουμπλικανοί υποστηρίζουν ότι οι υποβαθμίσεις εταιρειών ορυκτών καυσίμων στηρίζονται στην παραδοχή μιας ενεργειακής μετάβασης δεκαετιών που, κατά την άποψή τους, δεν πραγματοποιείται.

Οι Δημοκρατικοί αντιτείνουν ότι αυτή η προσέγγιση παραβλέπει τόσο τις οικονομικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής όσο και τις ευκαιρίες και τους κινδύνους της ενεργειακής μετάβασης. Επισημαίνουν ειδικότερα ότι οι εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου είναι εκτεθειμένες σε φυσικούς κλιματικούς κινδύνους, ανεξάρτητα από την εθνική πολιτική ή την κομματική τοποθέτηση της εκάστοτε κυβέρνησης.

Παράλληλα, χαρακτηρίζουν ελλιπή την εικόνα που παρουσιάζουν οι Ρεπουμπλικανοί για τις δημόσιες και ιδιωτικές πρωτοβουλίες αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Προειδοποιούν ότι η πολιτική πίεση μπορεί να οδηγήσει τους οίκους στην εγκατάλειψη μεθοδολογιών που στηρίζονται σε πραγματικά δεδομένα, επηρεάζοντας αξιολογήσεις εταιρειών πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και πολιτειακών εκδοτών χρέους.

Ανάλογες ανησυχίες είχαν εκφράσει, μετά την αρχική παρέμβαση των Ρεπουμπλικανών, οκτώ Δημοκρατικοί αξιωματούχοι αρμόδιοι για τα δημόσια οικονομικά. Σε επιστολή τους προς τους τρεις οίκους υποστήριξαν ότι ο περιορισμός της ανάλυσης κινδύνου θα ήταν ασύμβατος με την ορθή πιστοληπτική πρακτική και τις ανάγκες επενδυτών και εκδοτών.

Υπέρ της ανεξάρτητης αξιολόγησης κινδύνων τοποθετήθηκε και ο Άντριου Κόλιερ, στέλεχος της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης Ceres. Σχολιάζοντας τη νέα επιστολή, υποστήριξε ότι οι αγορές λειτουργούν καλύτερα όταν επενδυτές, επιχειρήσεις και οίκοι αξιολόγησης μπορούν να διαμορφώνουν τις εκτιμήσεις τους χωρίς κυβερνητικές παρεμβάσεις.

Η αντιπαράθεση εντάσσεται στην ευρύτερη πολιτική σύγκρουση για τα περιβαλλοντικά, κοινωνικά και εταιρικής διακυβέρνησης κριτήρια στις ΗΠΑ. Αντίστοιχες αντικρουόμενες παρεμβάσεις προς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς είχαν προκαλέσει την αντίδραση της BlackRock, η οποία προειδοποίησε για αυξανόμενη πολιτικοποίηση της διαχείρισης συνταξιοδοτικών κεφαλαίων.

Πηγή: ESG Dive, Lamar Johnson, «Dem AGs dispute GOP’s probe into credit ratings agencies over ESG», 28 Αυγούστου 2026.

Αρθρογράφος
Κύριος χαρακτηρισμός περιεχομένου
Δευτερεύων χαρακτηρισμός περιεχομένου
Image
Επικεφαλίδα

Είκοσι Δημοκρατικοί γενικοί εισαγγελείς υπερασπίζονται τη συνεκτίμηση των κινδύνων της κλιματικής αλλαγής και της ενεργειακής μετάβασης, απαντώντας στην έρευνα Ρεπουμπλικανών για τις υποβαθμίσεις εταιρειών ορυκτών καυσίμων.