Airport Tracker 2026: Τα αεροδρόμια που «πνίγουν» τον πλανήτη και η νέα μάχη για τις επεκτάσεις

Body

Η παγκόσμια αεροπορία επιστρέφει δυναμικά στα προ πανδημίας επίπεδα, όμως μαζί με την αύξηση των πτήσεων επιστρέφει και η μεγάλη συζήτηση για το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των αεροδρομίων.

.

Νέα έκθεση του ODI Global με τίτλο «Airports and aviation emissions: the Airport Tracker as a tool for data-driven advocacy» αποτυπώνει με στοιχεία το μέγεθος του προβλήματος, προειδοποιώντας ότι οι αεροπορικές εκπομπές συνεχίζουν να αυξάνονται και απειλούν τους παγκόσμιους κλιματικούς στόχους.

Σύμφωνα με την έκθεση, οι πτήσεις από τα 1.300 μεγαλύτερα αεροδρόμια του κόσμου παρήγαγαν το 2023 περίπου 1,026 δισ. τόνους CO2, επίπεδο που θα κατέτασσε την αεροπορία ως τον πέμπτο μεγαλύτερο ρυπαντή παγκοσμίως, εάν ήταν χώρα.

Οι συντάκτες της μελέτης σημειώνουν ότι η αεροπορία αποτελεί σήμερα έναν από τους δυσκολότερους τομείς προς απανθρακοποίηση, καθώς παραμένει σχεδόν απόλυτα εξαρτημένη από τα ορυκτά καύσιμα. Παράλληλα, η επιβατική κίνηση συνεχίζει να αυξάνεται, με τον κλάδο να καταγράφει τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο δραστηριότητας και εκπομπών ανάμεσα στους λεγόμενους «hard-to-abate» τομείς της οικονομίας.

Η έρευνα καταγράφει επίσης μια τεράστια ανισότητα στο αποτύπωμα της αεροπορίας. Μόλις το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού ευθύνεται για το 50% των εκπομπών από εμπορικές πτήσεις, ενώ ακόμη πιο έντονη εμφανίζεται η εικόνα στα ιδιωτικά jets. Οι ιδιωτικές πτήσεις εκπέμπουν από 5 έως 14 φορές περισσότερο CO2 ανά επιβάτη σε σχέση με τις εμπορικές πτήσεις, με την έκθεση να υπογραμμίζει ότι η αγορά των private jets αναπτύσσεται ταχύτερα από τη συμβατική αεροπορία.

Στην κορυφή των πιο ρυπογόνων αεροδρομίων βρέθηκε το Ντουμπάι, με εκπομπές 23,2 εκατ. τόνων CO2 το 2023. Ακολουθούν το London Heathrow με 21 εκατ. τόνους, το Los Angeles International Airport (LAX) με 18,8 εκατ. τόνους, ενώ στις πρώτες θέσεις βρίσκονται επίσης τα αεροδρόμια της Σεούλ, της Νέας Υόρκης, του Χονγκ Κονγκ και του Παρισιού.

Η έκθεση αποκαλύπτει ότι μόλις 20 αεροδρόμια ευθύνονται για περισσότερο από το 27% των συνολικών εκπομπών που καταγράφηκαν στα 1.300 μεγαλύτερα αεροδρόμια του κόσμου. Παράλληλα, τα 100 μεγαλύτερα αεροδρόμια παράγουν περίπου τα δύο τρίτα των συνολικών εκπομπών της αεροπορίας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα κυριαρχούν στο παγκόσμιο αποτύπωμα. Τα αμερικανικά αεροδρόμια ευθύνονται για περίπου το 25% των συνολικών εκπομπών, ενώ τα κινεζικά για άλλο ένα 13%.

Πέρα από το διοξείδιο του άνθρακα, το Airport Tracker εξετάζει και τους ατμοσφαιρικούς ρύπους που επηρεάζουν άμεσα τη δημόσια υγεία γύρω από τα αεροδρόμια. Το 2023 τα 1.300 αεροδρόμια παρήγαγαν περισσότερους από 430.000 τόνους οξειδίων του αζώτου (NOx), αλλά και σημαντικές ποσότητες μικροσωματιδίων PM2.5, υδρογονανθράκων και μονοξειδίου του άνθρακα.

Στην κορυφή της λίστας για τα NOx βρέθηκε ξανά το Ντουμπάι, ακολουθούμενο από το Heathrow, την Κωνσταντινούπολη και το LAX.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η μελέτη και στις επεκτάσεις αεροδρομίων, υποστηρίζοντας ότι νέα terminals και διάδρομοι ουσιαστικά «κλειδώνουν» δεκαετίες αυξημένων εκπομπών και εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Το report αναφέρει χαρακτηριστικά παραδείγματα μεγάλων projects επέκτασης σε ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Ινδία, Κίνα και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Οι συντάκτες της έκθεσης εμφανίζονται επιφυλακτικοί και απέναντι στα λεγόμενα «βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα» (SAF), τονίζοντας ότι η παραγωγή τους παραμένει περιορισμένη και ότι η ανάπτυξη της αεροπορίας ενδέχεται να ξεπεράσει τα όποια οφέλη προκύψουν από τη χρήση τους.

Το ODI Global υποστηρίζει ότι απαιτείται πλέον πολύ μεγαλύτερη διαφάνεια γύρω από τις πραγματικές εκπομπές των αεροδρομίων και των αεροπορικών δραστηριοτήτων, καθώς και αυστηρότερη αξιολόγηση των επενδύσεων σε νέες αεροπορικές υποδομές υπό το πρίσμα των κλιματικών στόχων.

Πηγή: ODI Global – Airport Tracker 2026

Αρθρογράφος
Κύριος χαρακτηρισμός περιεχομένου
Image
Επικεφαλίδα

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η μελέτη και στις επεκτάσεις αεροδρομίων, υποστηρίζοντας ότι νέα terminals και διάδρομοι ουσιαστικά «κλειδώνουν» δεκαετίες αυξημένων εκπομπών και εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.