Η βιωσιμότητα αντιμετωπίζεται πλέον ολοένα και περισσότερο ως στρατηγική επιχειρηματική απόφαση και όχι ως υποχρέωση συμμόρφωσης, με τις εταιρείες να εστιάζουν στην απόδοση των επενδύσεων (ROI), στην ανθεκτικότητα και στη μακροπρόθεσμη δημιουργία αξίας, σύμφωνα με την EY 2025 Nordic Sustainability Survey.
.
Η έρευνα, που βασίστηκε σε συνεντεύξεις με επικεφαλής βιωσιμότητας περίπου 40 μεγάλων επιχειρήσεων στις σκανδιναβικές χώρες, καταγράφει μια σημαντική μετατόπιση: η βιωσιμότητα ενσωματώνεται πλέον στη στρατηγική, στις επενδύσεις και στη λειτουργία των επιχειρήσεων, με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της ανθεκτικότητας.
Ωστόσο, η απόδοση των επενδύσεων παραμένει βασική πρόκληση. Αν και όλοι οι συμμετέχοντες θεωρούν ότι η βιωσιμότητα δημιουργεί επιχειρηματική αξία, το 50% δηλώνει ότι δυσκολεύεται να μετρήσει ή να τεκμηριώσει το οικονομικό όφελος των σχετικών επενδύσεων, κυρίως λόγω της πολυπλοκότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων και της κατανομής της αξίας μεταξύ πελατών, προμηθευτών και συνεργατών.
Η έρευνα αναδεικνύει επίσης τον καθοριστικό ρόλο της ηγεσίας. Το 94% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η δέσμευση της ανώτατης διοίκησης αποτελεί έναν από τους τρεις σημαντικότερους παράγοντες επιτυχούς ενσωμάτωσης της βιωσιμότητας, ενώ το 53% τη χαρακτηρίζει ως τον σημαντικότερο. Αντίθετα, εργαλεία όπως η εσωτερική τιμολόγηση του άνθρακα, τα σχέδια μετάβασης ή οι σύνθετοι δείκτες απόδοσης αξιολογούνται ως δευτερεύουσας σημασίας χωρίς ισχυρή διοικητική υποστήριξη.
Παρά τη γεωπολιτική αστάθεια και τις αλλαγές στο κανονιστικό περιβάλλον, οι περισσότερες επιχειρήσεις δεν εγκαταλείπουν τους στόχους τους. Το 70% δηλώνει ότι διατηρεί αμετάβλητες τόσο τις φιλοδοξίες όσο και τον ρυθμό υλοποίησης των δράσεων βιωσιμότητας, περίπου το 10% αυξάνει τις φιλοδοξίες του, ενώ το 20% προσαρμόζει τη στρατηγική του ανάλογα με τις εξελίξεις στην αγορά και τη ρυθμιστική πολιτική.
Στο επίπεδο της υλοποίησης, σχεδόν το 70% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι έχει ενσωματώσει σε μεγάλο ή πλήρη βαθμό τη βιωσιμότητα στη συνολική επιχειρηματική στρατηγική. Παρόλα αυτά, περισσότερες από τις μισές (56%) θεωρούν ότι απαιτούνται σημαντικές βελτιώσεις στη χρηματοοικονομική παρακολούθηση, στη διαχείριση της απόδοσης, καθώς και στα δεδομένα και τις τεχνολογίες βιωσιμότητας, ώστε οι αποφάσεις να συνδέονται πιο άμεσα με τα οικονομικά αποτελέσματα.
Η έρευνα καταγράφει επίσης τη μεταβολή του ρόλου των επικεφαλής βιωσιμότητας (Chief Sustainability Officers - CSOs). Πλέον λειτουργούν λιγότερο ως υπεύθυνοι συμμόρφωσης και περισσότερο ως συντονιστές στρατηγικής και δημιουργίας αξίας. Το 79% αναφέρει ότι η λειτουργία βιωσιμότητας καθορίζει το στρατηγικό αφήγημα της εταιρείας, ενώ το 52% συμμετέχει άμεσα στην ενσωμάτωση της βιωσιμότητας στη συνολική επιχειρηματική στρατηγική. Επιπλέον, το 53% των επικεφαλής βιωσιμότητας αναφέρεται απευθείας στον διευθύνοντα σύμβουλο, γεγονός που αποτυπώνει την αναβάθμιση του ρόλου τους.
Συνολικά, η EY καταλήγει ότι η βιωσιμότητα εξελίσσεται από υποχρέωση συμμόρφωσης σε μοχλό επιχειρηματικής αξίας. Η επιτυχία, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από τη στενή συνεργασία μεταξύ διοίκησης, οικονομικών υπηρεσιών, στρατηγικής και λειτουργιών, καθώς και από την ανάπτυξη επιχειρησιακών μοντέλων που θα μπορούν να μετατρέπουν τους στόχους βιωσιμότητας σε μετρήσιμα οικονομικά αποτελέσματα.
Η έρευνα βασίστηκε σε συνεντεύξεις με επικεφαλής βιωσιμότητας περίπου 40 μεγάλων επιχειρήσεων στις σκανδιναβικές χώρες.