Sweep και Capgemini: Το 94% των επιχειρήσεων αναφέρει οικονομικές απώλειες από κλιματικές διαταραχές

Body

Σχεδόν όλες οι επιχειρήσεις που συμμετείχαν σε νέα διεθνή έρευνα δηλώνουν ότι έχουν ήδη υποστεί οικονομικές απώλειες από διαταραχές που συνδέονται με το κλίμα, την ώρα που η μεγάλη πλειονότητα των στελεχών παραδέχεται ότι δεν διαθέτει ακόμη τα δεδομένα που απαιτούνται για να ενσωματώσει αποτελεσματικά τη βιωσιμότητα στη συνολική επιχειρηματική στρατηγική.

.

Σύμφωνα με την έκθεση Sustainability in Action 2026 των Sweep και Capgemini, το 94% των ανώτερων επιχειρηματικών στελεχών αναφέρει ότι οι κλιματικές διαταραχές προκάλεσαν οικονομικές απώλειες στην εταιρεία του κατά τα τελευταία δύο χρόνια.

Για το 30% των ερωτηθέντων, οι απώλειες ξεπέρασαν το 1 εκατ. δολάρια, ενώ μόνο περίπου ένας στους πέντε ανέφερε σχετικά περιορισμένο οικονομικό αντίκτυπο, κάτω από 100.000 δολάρια.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε 1.000 ανώτερα στελέχη επιχειρήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, την περιοχή DACH –Γερμανία, Αυστρία και Ελβετία– και τις σκανδιναβικές χώρες.

Παρά την αυξανόμενη οικονομική έκθεση, το 79% των στελεχών δηλώνει ότι τα δεδομένα βιωσιμότητας που διαθέτει η επιχείρησή του δεν είναι επαρκή ώστε να τροφοδοτήσουν με ακρίβεια την ευρύτερη επιχειρηματική στρατηγική.

Σύμφωνα με την έκθεση, τα σχετικά δεδομένα παραμένουν συχνά κατακερματισμένα σε διαφορετικά εταιρικά συστήματα, είναι ελλιπή ή δεν ακολουθούν κοινά πρότυπα, περιορίζοντας τη δυνατότητα των διοικήσεων να τα χρησιμοποιούν για αποφάσεις σχετικά με το κόστος, τις εφοδιαστικές αλυσίδες, τις προμήθειες, τις επενδύσεις και τη διαχείριση κινδύνων.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η επιδείνωση που καταγράφεται σε σχέση με προηγούμενη έρευνα των δύο οργανισμών.

Το 2024, το 53% των ερωτηθέντων δήλωνε ότι τα δεδομένα βιωσιμότητας δεν είχαν την απαιτούμενη αξιοπιστία για να χρησιμοποιηθούν στη διαμόρφωση επιχειρηματικής στρατηγικής. Το 2026 το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί στο 79%.

Η Rachel Delacour, συνιδρύτρια και CEO της Sweep, υποστηρίζει ότι η βιωσιμότητα δεν έχει υποχωρήσει από την επιχειρηματική ατζέντα. Αντίθετα, η πίεση αυξάνεται καθώς οι κλιματικές διαταραχές και οι γεωπολιτικές εντάσεις επηρεάζουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες, το κόστος και τις επενδυτικές αποφάσεις ταχύτερα από όσο μπορούν να προσαρμοστούν τα συστήματα δεδομένων των επιχειρήσεων.

Παρά τις δυσκολίες, οι εταιρείες εξακολουθούν να βλέπουν σημαντικές εμπορικές προοπτικές στη μετάβαση προς οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα.

Το 85% των στελεχών θεωρεί ότι η επιχείρησή του πρέπει να μετασχηματιστεί ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας οικονομίας χαμηλών εκπομπών, ενώ το 86% αντιμετωπίζει αυτή τη μετάβαση ως ευκαιρία ανάπτυξης και όχι ως εμπόδιο.

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το επιχειρηματικό ενδιαφέρον για τη βιωσιμότητα μετακινείται σταδιακά από τη συμμόρφωση και το reporting προς ζητήματα περισσότερο άμεσα συνδεδεμένα με την οικονομική λειτουργία.

Τα sustainability data χρησιμοποιούνται πλέον για την αξιολόγηση του κόστους, των κινδύνων στις αλυσίδες εφοδιασμού, των επιλογών προμηθειών και των επενδύσεων, αλλά η αξία τους εξαρτάται από την ποιότητα, την πληρότητα και τη δυνατότητα διασύνδεσής τους με τα υπόλοιπα οικονομικά και λειτουργικά δεδομένα της επιχείρησης.

Σε αυτό το κενό εισέρχεται όλο και περισσότερο η τεχνητή νοημοσύνη.

Σύμφωνα με την έρευνα, το 79% των στελεχών δηλώνει ότι η υιοθέτηση AI έχει οδηγήσει σε αύξηση των επενδύσεων στη βιωσιμότητα.

Οι επιχειρήσεις αναφέρουν μεταξύ των ωφελειών καλύτερη ακρίβεια δεδομένων, μεγαλύτερη ετοιμότητα για ελέγχους, ταχύτερη συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών και καλύτερη δυνατότητα αξιοποίησης των sustainability metrics στις επιχειρηματικές αποφάσεις.

Η AI μπορεί, για παράδειγμα, να συμβάλει στην ενοποίηση δεδομένων από διαφορετικά τμήματα μιας εταιρείας ή από την εφοδιαστική αλυσίδα, να εντοπίζει ασυνέπειες και να επιταχύνει διαδικασίες που μέχρι σήμερα απαιτούσαν σημαντική χειροκίνητη εργασία.

Ο Cyril Garcia, Global Head of Sustainability Services και Corporate Responsibility της Capgemini και μέλος του Group Executive Board, σημειώνει ότι η ανθεκτικότητα δεν αφορά πλέον μόνο τη διαχείριση κινδύνων αλλά και την ικανότητα μιας εταιρείας να προβλέπει τις διαταραχές και να αντιδρά εγκαίρως.

Κατά τον ίδιο, αξιόπιστα και διασυνδεδεμένα δεδομένα σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας αποτελούν τη βάση ώστε η τεχνητή νοημοσύνη να μπορεί να βελτιώσει την απόδοση των εφοδιαστικών αλυσίδων, τα αποτελέσματα βιωσιμότητας και τελικά το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Η Delacour επισημαίνει παράλληλα ότι οι επιχειρήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα οικονομικές απώλειες από ακραία καιρικά φαινόμενα, γεωπολιτικές αλλαγές και αβέβαιες οικονομικές συνθήκες.

Σε αυτό το περιβάλλον, τα δεδομένα βιωσιμότητας μπορούν, σύμφωνα με την ίδια, να δείξουν σε ποια σημεία της επιχείρησης εμφανίζονται οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι, ποιο είναι το οικονομικό τους κόστος και πού πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στις παρεμβάσεις.

Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η ποιότητα των ESG και sustainability δεδομένων εξελίσσεται σε ζήτημα επιχειρηματικής στρατηγικής και όχι απλώς εταιρικής αναφοράς.

Οι εταιρείες που θα μπορέσουν να δημιουργήσουν ολοκληρωμένες υποδομές δεδομένων και να τις συνδέσουν με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης θα βρίσκονται, σύμφωνα με Sweep και Capgemini, σε καλύτερη θέση να διαχειριστούν τις κλιματικές διαταραχές, να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις γνωστοποίησης και να χρησιμοποιήσουν τη βιωσιμότητα ως παράγοντα ανθεκτικότητας και ανάπτυξης.

Πηγή: Sweep και Capgemin

Αρθρογράφος
Κύριος χαρακτηρισμός περιεχομένου
Δευτερεύων χαρακτηρισμός περιεχομένου
Image
Επικεφαλίδα

Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η ποιότητα των ESG και sustainability δεδομένων εξελίσσεται σε ζήτημα επιχειρηματικής στρατηγικής και όχι απλώς εταιρικής αναφοράς.