Κλιματική χρηματοδότηση: Η υγεία παραμένει το μεγάλο «τυφλό σημείο»

Body

Η κλιματική κρίση δεν αλλάζει μόνο το περιβάλλον και τις υποδομές. Αλλάζει ήδη και την υγεία εκατομμυρίων ανθρώπων. Παρ’ όλα αυτά, η χρηματοδότηση για την προσαρμογή των συστημάτων υγείας παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη σε σχέση με το μέγεθος του κινδύνου.

.

Αυτό είναι το βασικό μήνυμα του Daniel Nowack, επικεφαλής social innovation στο Schwab Foundation for Social Entrepreneurship, ο οποίος μιλώντας στο Impact Investor προειδοποιεί ότι η υγεία αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα κενά της σημερινής climate finance.

Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας που επικαλείται, η κλιματική αλλαγή αναμένεται να προκαλεί περίπου 250.000 επιπλέον θανάτους ετησίως μόνο από υποσιτισμό, ελονοσία, διάρροια και θερμική καταπόνηση.

Κι όμως, όπως επισημαίνει ο Nowack, ενώ κάθε χρόνο ανακοινώνονται τρισεκατομμύρια δολάρια για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, μόνο ένα μέρος τους κατευθύνεται στην προσαρμογή και μόλις περίπου 0,5% αφορά ειδικά τις επιπτώσεις στην υγεία.

Το πρόβλημα είναι πολυδιάστατο. Σύμφωνα με IPCC και WHO, μεταξύ 3,3 και 3,6 δισ. άνθρωποι ζουν σήμερα σε περιοχές με υψηλή ευπάθεια στην κλιματική αλλαγή και στους σχετικούς κινδύνους για την υγεία.

Οι επιπτώσεις εκτείνονται από την επισιτιστική ανασφάλεια και τις μολυσματικές ασθένειες έως τα προβλήματα ψυχικής υγείας και τις νόσους που σχετίζονται με την ακραία ζέστη. Παράλληλα, η ίδια η υγειονομική υποδομή γίνεται πιο ευάλωτη: πλημμύρες μπορούν να προκαλέσουν ζημιές σε νοσοκομεία, να δυσκολέψουν την πρόσβαση των ασθενών ή να διακόψουν την ηλεκτροδότηση.

Το πρόβλημα της χρηματοδότησης

Η ενεργειακή ανθεκτικότητα των μονάδων υγείας είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μπορούν να προσφέρουν λύσεις, όμως πολλά νοσοκομεία και κέντρα υγείας, ιδιαίτερα σε αναπτυσσόμενες οικονομίες, δεν διαθέτουν το κεφάλαιο κίνησης που απαιτείται για να επενδύσουν σε πιο ανθεκτικές υποδομές.

Ο Nowack αναφέρει την περίπτωση της Ujala Cygnus στην Ινδία, μιας εταιρείας υγείας που λειτουργεί περίπου 30 νοσοκομεία χαμηλού κόστους και υποστηρίζεται από το Schwab Foundation. Επειδή λειτουργεί με χαμηλότερα περιθώρια κέρδους, έχει περιορισμένο cash flow για επενδύσεις που θα μπορούσαν να κάνουν τις εγκαταστάσεις της πιο ανθεκτικές στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Το κενό μεγαλώνει καθώς περιορίζεται και η δημόσια χρηματοδότηση. Η γεωπολιτική αστάθεια, η πίεση από το κόστος εξυπηρέτησης χρέους και η μείωση της διεθνούς αναπτυξιακής βοήθειας επιβαρύνουν ιδιαίτερα τις αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ που επικαλείται το άρθρο, πάνω από 40% των αφρικανικών χωρών δαπανούν περισσότερα για εξυπηρέτηση χρέους παρά για την υγεία.

Η μείωση της ODA και η αποχώρηση της USAID από σειρά προγραμμάτων έχουν, σύμφωνα με τον Nowack, επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την εικόνα.

Το κόστος της αδράνειας, όμως, δεν είναι μόνο υγειονομικό. Είναι και οικονομικό.

Έκθεση που δημοσιεύθηκε στο Lancet και αναφέρεται στο άρθρο εκτιμά ότι οι απώλειες εισοδήματος λόγω της μείωσης της παραγωγικότητας από την ακραία ζέστη ξεπέρασαν το 1 τρισ. δολάρια το 2024.

Το στοιχείο αυτό δείχνει γιατί η ανθεκτικότητα της υγείας δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως κοινωνική δαπάνη, αλλά ως οικονομική επένδυση.

Για να καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό, ο Nowack προτείνει τη χρήση διαφορετικών μορφών κεφαλαίου ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης κάθε επένδυσης.

Στα πρώτα στάδια, grant funding μπορεί να χρησιμοποιείται για να μειώσει τον κίνδυνο πιλοτικών προγραμμάτων. Για πιο πρώιμες καινοτομίες, ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν impact investors με λογική venture capital, ενώ first-loss tranches από Development Finance Institutions μπορούν να βοηθήσουν στην προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων.

Σε πιο ώριμες επιχειρήσεις, ο Nowack θεωρεί ότι πρέπει να συμμετέχουν περισσότερο εμπορικές τράπεζες, private equity funds και άλλοι μεγάλοι χρηματοδότες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το outcomes-based financing, όπου η αποπληρωμή ή η χρηματοδότηση συνδέεται με αποδεδειγμένα κοινωνικά αποτελέσματα. Ωστόσο, σήμερα τα συγκεκριμένα εργαλεία συχνά έχουν υψηλό κόστος συναλλαγής και απαιτούν πολύ χρόνο για να δημιουργηθούν.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Nowack αναφέρεται στο Common Good Marketplace, μια πλατφόρμα που καταγράφει ελεγμένα impact projects και μετατρέπει τα αποτελέσματά τους σε τυποποιημένες μονάδες, τα λεγόμενα verified impact assets.

Η λογική είναι ότι, εάν τέτοιες αγορές ωριμάσουν, επιχειρήσεις θα μπορούν να δεσμεύονται ότι θα πληρώνουν για κοινωνικό αντίκτυπο όταν αυτός έχει αποδειχθεί και επαληθευτεί. Αυτό θα μπορούσε να μειώσει το ρίσκο για τους αρχικούς επενδυτές και να διευκολύνει τη χρηματοδότηση κοινωνικών επιχειρήσεων.

Υπάρχει, όμως, και ένα δεύτερο μεγάλο εμπόδιο: τα δεδομένα.

Η ανθεκτικότητα είναι δύσκολο να μετρηθεί. Και χωρίς σαφείς μετρήσεις, οι επενδυτές δυσκολεύονται να διακρίνουν ποια παρέμβαση είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη, ποια μπορεί να κλιμακωθεί και ποια έχει πραγματικό κοινωνικό αποτέλεσμα.

Το Schwab Foundation συνεργάζεται με το University of Cape Town για την ανάπτυξη data-driven εργαλείων που θα μπορούσαν να βοηθήσουν social innovators να αποκτούν ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση.

Για τον Nowack, οι σημαντικότερες επενδυτικές ευκαιρίες βρίσκονται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορά επιχειρήσεις που έχουν ήδη φτάσει σε κρίσιμη κλίμακα και βελτιώνουν άμεσα την πρόσβαση ή την ποιότητα της υγειονομικής περίθαλψης.

Η δεύτερη αφορά οργανισμούς που λειτουργούν σε επίπεδο συστήματος και ενισχύουν την ευρύτερη υποδομή της δημόσιας υγείας.

Ένα παράδειγμα είναι η Financing Alliance for Health με έδρα το Ναϊρόμπι, η οποία συνεργάζεται με αφρικανικές κυβερνήσεις για τον σχεδιασμό στρατηγικών υγείας, τη μείωση της εξάρτησης από αναπτυξιακή βοήθεια και την καλύτερη αξιολόγηση των επενδυτικών αναγκών.

Η οργάνωση καταγράφει επίσης πώς ακραία φαινόμενα όπως καύσωνες και πλημμύρες διαταράσσουν την πρωτοβάθμια και κοινοτική φροντίδα υγείας, προσφέροντας στις κυβερνήσεις καλύτερη εικόνα για το πού βρίσκονται οι μεγαλύτερες εκθέσεις κινδύνου.

Η μεγάλη πρόκληση για την climate finance είναι επομένως να διευρύνει τον ορισμό της προσαρμογής. Δεν αρκεί να χρηματοδοτούνται μόνο αντιπλημμυρικά έργα, ενεργειακές υποδομές ή ανθεκτικές πόλεις.

Αν τα συστήματα υγείας δεν μπορούν να αντέξουν την αύξηση της θερμικής καταπόνησης, των λοιμωδών ασθενειών και των φυσικών καταστροφών, τότε η κλιματική προσαρμογή παραμένει ελλιπής.

Και ίσως αυτό είναι το ουσιαστικότερο σημείο: η υγεία δεν είναι ένα παράπλευρο κοινωνικό αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής. Είναι μία από τις βασικές υποδομές που θα κρίνουν πόσο ανθεκτικές θα είναι οι κοινωνίες σε έναν θερμότερο και πιο ασταθή κόσμο.

Πηγή: Impact Investor, “Schwab Foundation: Why health remains climate finance’s biggest blind spot”, 25 Αυγούστου 2026.

Αρθρογράφος
Κύριος χαρακτηρισμός περιεχομένου
Δευτερεύων χαρακτηρισμός περιεχομένου
Image
Επικεφαλίδα

Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας που επικαλείται, η κλιματική αλλαγή αναμένεται να προκαλεί περίπου 250.000 επιπλέον θανάτους ετησίως μόνο από υποσιτισμό, ελονοσία, διάρροια και θερμική καταπόνηση.