Οι καταστροφικές πυρκαγιές στη Γαλλία και την Ισπανία και τα διαδοχικά κύματα ακραίας ζέστης στην Ευρώπη επαναφέρουν το ερώτημα πώς μπορούν οι επενδυτές να ενσωματώσουν αποτελεσματικά τον κλιματικό κίνδυνο στα χαρτοφυλάκιά τους.
.
Η προφανής απάντηση θα ήταν η απομάκρυνση από μετοχές εταιρειών υψηλών εκπομπών και η στροφή σε funds ή ETFs που φέρουν χαρακτηρισμούς ESG. Ωστόσο, ο Ali Masarwah της επενδυτικής πλατφόρμας envestor, σε ανάλυσή του που φιλοξενήθηκε από τη Deutsche Börse, υποστηρίζει ότι η προσέγγιση αυτή είναι υπερβολικά απλουστευτική.
Κατά την άποψή του, ούτε οι αξιολογήσεις ESG ούτε οι ευρωπαϊκές κατηγοριοποιήσεις βιώσιμων επενδύσεων, όπως η ένδειξη «Άρθρο 8» του Κανονισμού SFDR, αποκαλύπτουν από μόνες τους πόσο ουσιαστικά συμβάλλει ένα επενδυτικό προϊόν στη μετάβαση.
Τα όρια της αποεπένδυσης
Η πώληση των μετοχών μιας πετρελαϊκής εταιρείας μπορεί να αποτελεί συνεπή επιλογή για έναν επενδυτή που δεν επιθυμεί έκθεση στα ορυκτά καύσιμα. Δεν σημαίνει όμως ότι η εταιρεία στερείται άμεσα κεφάλαια ή αναγκάζεται να αλλάξει τη στρατηγική της.
Στη δευτερογενή αγορά, κάθε τίτλος που πωλείται περνά απλώς σε άλλον επενδυτή. Η εταιρεία δεν εισπράττει ούτε χάνει χρήματα από τη συγκεκριμένη συναλλαγή.
Παράλληλα, η μαζική αποχώρηση επενδυτών που εφαρμόζουν περιβαλλοντικά κριτήρια μπορεί να μειώσει την αποτίμηση εταιρειών υψηλών εκπομπών και να αυξήσει τις προσδοκώμενες αποδόσεις τους. Το φαινόμενο αυτό περιγράφεται ως «sin premium», δηλαδή ως πρόσθετη απόδοση που απαιτεί η αγορά για την κατοχή εταιρειών ή κλάδων οι οποίοι αποκλείονται για ηθικούς ή περιβαλλοντικούς λόγους.
Η αποεπένδυση μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη επίδραση όταν πραγματοποιείται συντονισμένα από πολλούς και ιδιαίτερα μεγάλους θεσμικούς επενδυτές. Η αύξηση του κόστους κεφαλαίου μπορεί σταδιακά να επηρεάσει τις επενδυτικές αποφάσεις μιας επιχείρησης. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, η διαδικασία είναι αργή και συχνά επισκιάζεται από άλλους παράγοντες που καθορίζουν τις τιμές στις αγορές.
Όταν η ενεργειακή ασφάλεια υπερισχύει του ESG
Οι αποτιμήσεις των εταιρειών πετρελαίου, φυσικού αερίου και άλλων πρώτων υλών επηρεάζονται πρωτίστως από τον οικονομικό κύκλο, τη γεωπολιτική και τις συνθήκες προσφοράς και ζήτησης.
Σε περιόδους απότομης μείωσης της ενεργειακής προσφοράς, η εξασφάλιση επαρκών ποσοτήτων καυσίμων μετατρέπεται σε πρώτη προτεραιότητα για τις κυβερνήσεις και τις αγορές. Τα ESG κριτήρια περνούν τότε σε δεύτερη μοίρα.
Η υποτονική απόδοση πολλών ESG μετοχικών funds και ETFs την περίοδο 2022-2024 αποδίδεται εν μέρει σε αυτή τη δυναμική. Η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ενίσχυσε τις τιμές και τα κέρδη των παραγωγών ορυκτών καυσίμων, επιβαρύνοντας τα χαρτοφυλάκια που είχαν αποκλείσει τον συγκεκριμένο κλάδο.
Η ίδια η άνοδος του ενεργειακού κόστους, πάντως, μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρότερος καταλύτης για την πράσινη μετάβαση από μια επενδυτική ετικέτα. Όσο ακριβότερα γίνονται τα ορυκτά καύσιμα, τόσο πιο ελκυστικές καθίστανται οι επενδύσεις στην εξοικονόμηση ενέργειας, την ηλεκτροκίνηση και τις ανανεώσιμες πηγές.
Ο κίνδυνος των μονομερών «πράσινων» στοιχημάτων
Ένα χαρτοφυλάκιο που επικεντρώνεται αποκλειστικά σε εταιρείες καθαρής ενέργειας μπορεί να φαίνεται περισσότερο ευθυγραμμισμένο με τις αξίες ενός επενδυτή. Η υπερβολικά στενή τοποθέτηση, όμως, ενδέχεται να αυξήσει τη μεταβλητότητα και να περιορίσει τη διαφοροποίηση.
Ο αποκλεισμός ολόκληρων κλάδων μειώνει το διαθέσιμο επενδυτικό σύμπαν και μπορεί να αφαιρέσει από το χαρτοφυλάκιο περιουσιακά στοιχεία τα οποία λειτουργούν ως αντιστάθμισμα απέναντι στον πληθωρισμό ή στις ενεργειακές κρίσεις.
Η ανάλυση δεν καταλήγει ότι η αποεπένδυση είναι εντελώς αναποτελεσματική. Τη χαρακτηρίζει, ωστόσο, ένα αμβλύ εργαλείο, με περιορισμένη βραχυπρόθεσμη επίδραση και πιθανό κόστος για τις αποδόσεις.
Το ισχυρότερο εργαλείο των επενδυτών
Περισσότερη σημασία ενδέχεται να έχει η επιλογή της εταιρείας που διαχειρίζεται το fund ή το ETF και, κυρίως, ο τρόπος με τον οποίο αυτή ασκεί τα δικαιώματα ψήφου που συνοδεύουν τις μετοχές του χαρτοφυλακίου.
Οι διαχειριστές κεφαλαίων συγκεντρώνουν ψήφους από τεράστιο αριθμό τίτλων και μπορούν να επηρεάζουν αποφάσεις για την κλιματική στρατηγική, τις γνωστοποιήσεις εκπομπών, τη διακυβέρνηση και την αμοιβή των διοικήσεων.
Το ιστορικό των ψηφοφοριών στις γενικές συνελεύσεις είναι κατά κανόνα διαθέσιμο στο κοινό και επιτρέπει στους επενδυτές να αξιολογήσουν κατά πόσο οι δεσμεύσεις ενός διαχειριστή για τη βιωσιμότητα μεταφράζονται σε πράξεις.
Το χάσμα ΗΠΑ και Ευρώπης
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το δημοσίευμα, η υποστήριξη της BlackRock σε περιβαλλοντικές και κοινωνικές προτάσεις μετόχων υποχώρησε κάτω από το 2% κατά την περίοδο εταιρικών ψηφοφοριών του 2025. Η μείωση σημειώθηκε σε ένα περιβάλλον έντονης πολιτικής αντίδρασης κατά του ESG στις ΗΠΑ, ενώ μειωμένος ήταν και ο αριθμός των προτάσεων που έφτασαν τελικά σε ψηφοφορία.
Αντίθετα, η γαλλική Amundi φέρεται να υποστήριξε το 86% των προτάσεων μετόχων που σχετίζονταν με το κλίμα και το περιβάλλον. Παράλληλα, καταψήφισε προτάσεις των διοικήσεων σε περισσότερες από μία στις τέσσερις περιπτώσεις.
Η διαφοροποίηση δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες εταιρείες. Μελέτη του Χάρβαρντ, την οποία επικαλείται η ανάλυση, διαπίστωσε ότι οι 18 μεγαλύτεροι ευρωπαϊκοί διαχειριστές κεφαλαίων υποστήριξαν κατά μέσο όρο περίπου το 91% των σχετικών προτάσεων, έναντι περίπου 31% για ομάδα μεγάλων αμερικανικών εταιρειών.
Χαρακτηριστική ήταν και η περίπτωση της BP, όπου ευρωπαϊκοί διαχειριστές, μεταξύ των οποίων η Robeco και η Legal & General, αντιτάχθηκαν σε κινήσεις περιορισμού των απαιτήσεων για τις κλιματικές γνωστοποιήσεις της εταιρείας.
Το «ποιος» σημαντικότερο από το «τι»
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι ένας επενδυτής με κλιματικές και περιβαλλοντικές προτεραιότητες δεν πρέπει να περιορίζεται στο όνομα ή στην κατηγορία ενός fund.
Ένα προϊόν μπορεί να φέρει την ένδειξη ESG ή να κατατάσσεται στο Άρθρο 8 του SFDR, αλλά ο πραγματικός του αντίκτυπος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο ο διαχειριστής ασκεί την επιρροή του στις εταιρείες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ενεργή ιδιοκτησία μπορεί να εξουδετερώσει τις γεωπολιτικές αναταράξεις ή τους οικονομικούς κύκλους. Μπορεί, όμως, να αποτελέσει πιο άμεσο και μετρήσιμο μέσο πίεσης από την απλή πώληση μιας μετοχής.
Για τους επενδυτές, επομένως, η αξιολόγηση της βιωσιμότητας ενός ETF ή fund δεν τελειώνει στην ετικέτα. Αρχίζει από το ιστορικό ψηφοφοριών, τις πολιτικές εμπλοκής και τη διάθεση του διαχειριστή να αμφισβητεί τις εταιρικές διοικήσεις όταν αυτές υποχωρούν από τις κλιματικές τους δεσμεύσεις.
Πηγή: Deutsche Börse – envestor / MarketScreener.
Η αποεπένδυση από τις εταιρείες ορυκτών καυσίμων και η επιλογή ενός fund με την ένδειξη ESG δεν αρκούν απαραίτητα για να επηρεάσουν την κλιματική μετάβαση.