Τα ακραία καιρικά φαινόμενα μετατρέπονται ήδη σε συστημικό οικονομικό κίνδυνο, με τις συνολικές απώλειες να ξεπερνούν τα 2 τρισ. δολάρια την τελευταία δεκαετία, ενώ επιχειρήσεις, πόλεις και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εμφανίζονται ανεπαρκώς προετοιμασμένα απέναντι στις αλυσιδωτές επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης. Αυτό προκύπτει από τη νέα έκθεση του CDP με τίτλο «Disconnected Defenses: Extreme Weather Risk Across Corporates, Cities and Financial Systems».
.
Η μελέτη επισημαίνει ότι οι ζημιές από ακραία καιρικά φαινόμενα δεν περιορίζονται πλέον σε μεμονωμένα περιουσιακά στοιχεία ή κλάδους, αλλά διαχέονται σε κοινά συστήματα όπως υποδομές, εφοδιαστικές αλυσίδες, ασφαλιστικές αγορές και δημόσιες υπηρεσίες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, το 62% των τοπικών και περιφερειακών αρχών που συμμετείχαν στην έρευνα δηλώνουν ότι ήδη επηρεάζονται σημαντικά από ακραία καιρικά φαινόμενα, ωστόσο μόλις το 35% των επιχειρήσεων αναγνωρίζει τα φαινόμενα αυτά ως ουσιαστικό χρηματοοικονομικό κίνδυνο.
Παρά την υποεκτίμηση του κινδύνου, μόνο σε ένα έτος καταγράφηκαν εταιρικές απώλειες ύψους 2,9 δισ. δολαρίων, κυρίως λόγω έντονων βροχοπτώσεων, λειτουργικών διακοπών και αυξημένων λειτουργικών δαπανών.
Οι προβλέψεις για τα επόμενα χρόνια είναι ακόμη πιο ανησυχητικές. Οι επιχειρήσεις εκτιμούν ότι οι μελλοντικές απώλειες από ακραία καιρικά φαινόμενα θα μπορούσαν να φτάσουν τα 898 δισ. δολάρια, με τις πλημμύρες να αντιπροσωπεύουν πάνω από τα μισά από αυτά τα κόστη.
Η έκθεση αναδεικνύει ότι ο μεγαλύτερος οικονομικός κίνδυνος αφορά τη μείωση εσόδων λόγω περιορισμένης παραγωγικής δυνατότητας, με το σχετικό κόστος να εκτιμάται σε 326 δισ. δολάρια.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον ασφαλιστικό κίνδυνο. Παρότι οι επιχειρήσεις αναμένουν ζημιές 218 δισ. δολαρίων από απαξίωση ή πρόωρη απόσυρση περιουσιακών στοιχείων, ελάχιστες λαμβάνουν σοβαρά υπόψη την πιθανότητα περιορισμού ασφαλιστικής κάλυψης ή αύξησης ασφαλίστρων.
Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στην έκθεση, λιγότερο από το 1% των εταιρειών ενσωματώνει ουσιαστικά τον κίνδυνο απόσυρσης ασφαλιστικών καλύψεων από περιοχές υψηλού κινδύνου, παρότι οι ασφαλιστικές εταιρείες αναμένουν μελλοντικές κλιματικές απαιτήσεις ύψους 49 δισ. δολαρίων.
Την ίδια στιγμή, οι τοπικές αρχές εμφανίζουν σοβαρά χρηματοδοτικά κενά στην προσαρμογή στην κλιματική κρίση. Περίπου το 46% δηλώνει ότι αντιμετωπίζει δημοσιονομικούς περιορισμούς που εμποδίζουν την υλοποίηση έργων προσαρμογής, ενώ περισσότερο από το 60% αναζητά χρηματοδότηση για τουλάχιστον ένα έργο ανθεκτικότητας. Το συνολικό επενδυτικό κενό εκτιμάται σε τουλάχιστον 34 δισ. δολάρια.
Η έκθεση του CDP προειδοποιεί ότι η διαχείριση φυσικών κινδύνων σε επίπεδο μεμονωμένων εταιρειών, χωρίς συντονισμό με τα ευρύτερα συστήματα υποδομών και δημόσιων υπηρεσιών, μπορεί τελικά να υπονομεύσει συνολικά τη χρηματοπιστωτική ανθεκτικότητα.
Οι συντάκτες ζητούν στενότερο συντονισμό μεταξύ επιχειρήσεων, κυβερνήσεων, ασφαλιστικών εταιρειών και ρυθμιστικών αρχών, καθώς οι οικονομικές συνέπειες των ακραίων καιρικών φαινομένων διαμορφώνονται πλέον μέσα από αλληλεξαρτώμενα συστήματα και όχι μόνο από μεμονωμένες φυσικές καταστροφές.
Πηγή: CDP
Η έκθεση αναδεικνύει ότι ο μεγαλύτερος οικονομικός κίνδυνος αφορά τη μείωση εσόδων λόγω περιορισμένης παραγωγικής δυνατότητας, με το σχετικό κόστος να εκτιμάται σε 326 δισ. δολάρια.