Bank of England: Η κλιματική αλλαγή μπαίνει στο «business as usual» της νομισματικής πολιτικής και της εποπτείας

Body

Ο κλιματικός κίνδυνος μετατρέπεται σε παράγοντα «καθημερινής» ανάλυσης για τις κεντρικές τράπεζες, καθώς τα κλιματικά και μεταβατικά σοκ επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο τις μακροοικονομικές προοπτικές και τους χρηματοπιστωτικούς κινδύνους. Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα ομιλίας του James Talbot, Executive Director for International της Bank of England και προέδρου του workstream του NGFS για τη νομισματική πολιτική, που δημοσιεύθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2026.

.

Σύμφωνα με τον Talbot, η Bank of England ενσωματώνει τον κλιματικό κίνδυνο σε τρεις άξονες: νομισματική πολιτική, εποπτεία και χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Καθώς τα κλιματικά σοκ γίνονται πιο συχνά και έντονα, η Τράπεζα μεταβαίνει από την «εννοιολογική» προσέγγιση στην εφαρμογή, επενδύοντας σε εργαλεία, δεδομένα και μεθοδολογίες για μοντελοποίηση και παρακολούθηση κινδύνων.

Ο Talbot υπογράμμισε ότι, παρότι η κλιματική αλλαγή συχνά αντιμετωπίζεται ως μακροπρόθεσμο φαινόμενο, οι επιπτώσεις της εντείνονται ήδη σήμερα. Ανέφερε ότι οι παγκόσμιες θερμοκρασίες εκτιμάται πως κινήθηκαν κατά μέσο όρο πάνω από 1,5 βαθμό υψηλότερα από τα προβιομηχανικά επίπεδα τα τελευταία 3 ημερολογιακά έτη, με συνέπεια την αύξηση της συχνότητας και της έντασης ακραίων καιρικών φαινομένων και, κατ’ επέκταση, του οικονομικού κόστους.

Στο σκέλος της νομισματικής πολιτικής, η ομιλία σημείωσε ότι ο ορίζοντας των αποφάσεων είναι συνήθως 2–3 έτη, όμως τα κλιματικά σοκ αρχίζουν να επηρεάζουν μεταβλητές όπως οι τιμές ενέργειας και τροφίμων, η παραγωγή, οι μεταφορές και οι εφοδιαστικές αλυσίδες. Η κλιματική επίδραση εκδηλώνεται μέσα από δύο κύριες «διαδρομές»: τα φυσικά φαινόμενα (άνοδος θερμοκρασιών, πλημμύρες, καταιγίδες) και τις πολιτικές μετάβασης, που μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες και επίμονες σχετικές μεταβολές τιμών και ανακατανομή επενδύσεων. Ο Talbot παρέπεμψε σε ευρήματα που δείχνουν ότι η κλιματική μεταβλητότητα μπορεί να ενισχύει πληθωριστικές πιέσεις, δημιουργώντας δύσκολες εξισώσεις μεταξύ πληθωρισμού και ανάπτυξης.

Στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η Bank of England εκτιμά ότι μια απότομη ανατιμολόγηση κινδύνων – είτε λόγω μεγαλύτερων φυσικών ζημιών είτε λόγω επαναξιολόγησης του κόστους μετάβασης – μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική προσαρμογή τιμών περιουσιακών στοιχείων, με δυνητικές επιπτώσεις και στους μη τραπεζικούς χρηματοπιστωτικούς φορείς. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στο «κενό προστασίας» στην ασφάλιση, καθώς η επιδείνωση φυσικών κινδύνων μπορεί να καταστήσει την κάλυψη ακριβότερη ή δυσκολότερη, μεταφέροντας βάρη σε νοικοκυριά, επιχειρήσεις, τράπεζες και κράτος. Στο ίδιο πλαίσιο, σημειώθηκε ότι στην Αγγλία 6,3 εκατ. ακίνητα βρίσκονται σε ζώνες κινδύνου πλημμύρας, με την πρόβλεψη να φτάνουν περίπου τα 8 εκατ. έως τα μέσα του αιώνα, ενώ το καθεστώς Flood Re ολοκληρώνεται το 2039.

Στην εποπτεία, ο Talbot τόνισε ότι η προσέγγιση έχει περάσει από τις αρχές στη «δουλειά πεδίου». Η Τράπεζα επιδιώκει οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές να αντιμετωπίζουν τους κλιματικούς κινδύνους όπως κάθε λειτουργικό ή χρηματοοικονομικό κίνδυνο: με σαφή ευθύνη σε ανώτατο επίπεδο, ροή πληροφόρησης προς το Δ.Σ., και ενσωμάτωση στη στρατηγική και στις καθημερινές αποφάσεις. Παράλληλα, η Bank of England αναφέρει ότι εφαρμόζει αντίστοιχα πρότυπα και στη δική της διαχείριση κινδύνων, αυξάνοντας «haircuts» και αυστηροποιώντας κριτήρια για ενέχυρα στεγαστικών δανείων στις πράξεις της.

Η κεντρική θέση της ομιλίας συνοψίζεται στο ότι η Τράπεζα δεν επιχειρεί να χαράξει πολιτική για τη μετάβαση – αυτό ανήκει στις κυβερνήσεις – αλλά οφείλει να κατανοεί και να ενσωματώνει τις επιπτώσεις των κλιματικών και μεταβατικών σοκ, ώστε να εκπληρώνει την αποστολή της για σταθερότητα τιμών και χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Αρθρογράφος
Κύριος χαρακτηρισμός περιεχομένου
Δευτερεύων χαρακτηρισμός περιεχομένου
Image
Επικεφαλίδα

Στη χώρα 6,3 εκατ. ακίνητα βρίσκονται σε ζώνες κινδύνου πλημμύρας, με την πρόβλεψη να φτάνουν περίπου τα 8 εκατ. έως τα μέσα του αιώνα.