Για χρόνια, η συζήτηση γύρω από την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα περιστρέφεται γύρω από γνωστούς δείκτες: το ενεργειακό κόστος, τις επενδύσεις, την παραγωγικότητα, τη φορολογία και την ταχύτητα των αδειοδοτήσεων. Η νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος έρχεται να προσθέσει στον κατάλογο έναν παράγοντα που συχνά αντιμετωπίζεται ως εξωτερικός προς την οικονομία: τη φύση.
.
Με τίτλο «Competitive by nature: Europe’s long-term competitiveness through the lens of sustainability», η έκθεση εξετάζει τις δυνάμεις που αναμένεται να διαμορφώσουν την Ευρώπη έως το 2040 και αμφισβητεί την ιδέα ότι η βιωσιμότητα αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη. Το βασικό της μήνυμα είναι σαφές: μια οικονομία δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά ανταγωνιστική όταν αυξάνει βραχυπρόθεσμα την παραγωγή της εξαντλώντας τους φυσικούς πόρους, υποβαθμίζοντας τα οικοσυστήματα ή μεταφέροντας το κοινωνικό και περιβαλλοντικό κόστος στο μέλλον.
Όταν η φύση μπαίνει στον ισολογισμό
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος προτείνει έναν ευρύτερο ορισμό της ανταγωνιστικότητας. Δεν αρκεί μια οικονομία να δημιουργεί αξία σήμερα. Πρέπει να μπορεί να το κάνει διατηρώντας και αναγεννώντας το φυσικό και κοινωνικό κεφάλαιο από το οποίο εξαρτάται η μελλοντική της ευημερία. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι το νερό, το έδαφος, τα δάση, η βιοποικιλότητα και η κλιματική σταθερότητα δεν αποτελούν απλώς περιβαλλοντικούς δείκτες. Είναι παραγωγικές υποδομές.
Μια περίοδος ξηρασίας μπορεί να περιορίσει τη γεωργική παραγωγή και να αυξήσει τις τιμές των τροφίμων. Μια πλημμύρα μπορεί να διακόψει τη λειτουργία μιας βιομηχανίας ή μιας εφοδιαστικής αλυσίδας. Η υποβάθμιση ενός παράκτιου οικοσυστήματος μπορεί να επηρεάσει το τουριστικό προϊόν μιας ολόκληρης περιοχής. Και ένα δίκτυο που δεν έχει σχεδιαστεί για τις νέες κλιματικές συνθήκες μπορεί να μετατρέψει ένα ακραίο φαινόμενο σε μεγάλη οικονομική ζημιά. Η ανάπτυξη που στηρίζεται στην εξάντληση των πόρων μπορεί, σύμφωνα με την έκθεση, να εμφανίζει πρόσκαιρα θετικά αποτελέσματα. Μακροπρόθεσμα, όμως, αποδυναμώνει τόσο την ανθεκτικότητα όσο και την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας.
Έξι επιλογές «χωρίς μεταμέλεια»
Ο ΕΟΠ αναγνωρίζει ότι κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια πώς θα διαμορφωθεί το οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον έως το 2040. Εντοπίζει, ωστόσο, έξι κατευθύνσεις επενδύσεων και πολιτικής που μπορούν να ενισχύσουν την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα κάτω από διαφορετικά μελλοντικά σενάρια:
- επέκταση της κυκλικής οικονομίας και αποδοτικότερη χρήση των πόρων,
- επενδύσεις στην κλιματική προσαρμογή, στις ανθεκτικές υποδομές και στις λύσεις που βασίζονται στη φύση,
- ενίσχυση των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων στην πληροφορική, στην τεχνητή νοημοσύνη και στη βιοτεχνολογία νέας γενιάς,
- επένδυση στις δεξιότητες, στην εκπαίδευση και στη διά βίου μάθηση,
- ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, της εμπιστοσύνης και της αποτελεσματικότητας των θεσμών,
- διατήρηση ενεργού ευρωπαϊκού ρόλου στη διαμόρφωση διεθνών περιβαλλοντικών και κοινωνικών προτύπων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην κυκλικότητα. Η παράταση της ζωής των προϊόντων, η επαναχρησιμοποίηση υλικών και η μείωση της εξάρτησης από πρωτογενείς πόρους μπορούν να περιορίσουν την έκθεση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στις διακυμάνσεις των τιμών ενέργειας και πρώτων υλών. Αντίστοιχα, οι ψηφιακές τεχνολογίες μπορούν να ενισχύσουν την ιχνηλασιμότητα των υλικών, την παρακολούθηση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος και την αποτελεσματικότερη λειτουργία των ενεργειακών συστημάτων.
Οι πράσινες λύσεις έχουν και αντιφάσεις
Η έκθεση δεν παρουσιάζει την πράσινη μετάβαση ως μια διαδικασία χωρίς συγκρούσεις. Αντίθετα, επισημαίνει ότι κάθε επιλογή συνοδεύεται από νέες πιέσεις και συμβιβασμούς. Ο εξηλεκτρισμός μειώνει την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, αλλά αυξάνει τη ζήτηση για δίκτυα και κρίσιμες πρώτες ύλες. Η παράταση της ζωής των κτιρίων περιορίζει την κατανάλωση υλικών, μπορεί όμως να διατηρήσει ενεργοβόρα ή ευάλωτα στην κλιματική αλλαγή ακίνητα. Η αντικατάσταση προϊόντων ορυκτής προέλευσης με βιολογικά υλικά μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετες πιέσεις στη γη, στο νερό και στα οικοσυστήματα.Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να χαρακτηρίζεται αυτομάτως κάθε «πράσινη» επένδυση βιώσιμη, αλλά να εξετάζεται ολόκληρος ο κύκλος ζωής της και να αποφεύγεται η μεταφορά του κινδύνου από έναν κλάδο, μια περιοχή ή μια γενιά σε άλλη.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα
Για την ελληνική οικονομία, η συζήτηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Σημαντικό μέρος της παραγωγής και των εσόδων της χώρας εξαρτάται άμεσα από το φυσικό κεφάλαιο: τον παράκτιο και νησιωτικό τουρισμό, τη γεωργία, την αλιεία, τα δάση και τη διαθεσιμότητα νερού. Οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες, η διάβρωση των ακτών και η λειψυδρία δεν αποτελούν πλέον μακρινούς κλιματικούς κινδύνους. Μεταφράζονται σε ζημιές υποδομών, αυξημένο ασφαλιστικό κόστος, απώλειες παραγωγής, μεγαλύτερες ανάγκες για δημόσιες δαπάνες και περιορισμούς στην ανάπτυξη νέων επενδύσεων.
Για έναν ξενοδοχειακό όμιλο, η επάρκεια νερού και η ανθεκτικότητα του προορισμού επηρεάζουν τη δυνατότητα λειτουργίας του. Για μια επιχείρηση τροφίμων, η κατάσταση του εδάφους και η σταθερότητα της αγροτικής παραγωγής καθορίζουν την ασφάλεια των προμηθειών. Για μια βιομηχανία, η ενεργειακή και υδατική αποδοτικότητα επηρεάζουν άμεσα το κόστος και την πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Υπό αυτή την έννοια, το φυσικό κεφάλαιο δεν αποτελεί ένα ακόμη κεφάλαιο της έκθεσης βιωσιμότητας. Αποτελεί μέρος του επιχειρηματικού μοντέλου.
Η μεγάλη πρόκληση, όπως υπογραμμίζει ο ΕΟΠ, δεν είναι πλέον η απουσία ευρωπαϊκών πολιτικών. Είναι η μετάβαση από τις δεσμεύσεις στη συντονισμένη εφαρμογή, με επενδύσεις, συνεκτικούς κανόνες, κατάλληλες δεξιότητες και θεσμούς που μπορούν να ανταποκριθούν στην κλίμακα του προβλήματος. Σε μια περίοδο κατά την οποία η περιβαλλοντική νομοθεσία παρουσιάζεται συχνά ως βάρος για την ευρωπαϊκή οικονομία, η έκθεση αντιστρέφει το ερώτημα: πόσο ανταγωνιστική μπορεί να παραμείνει μια οικονομία όταν εξαντλεί τα ίδια τα συστήματα που τη στηρίζουν;
Νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος επαναπροσδιορίζει την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα με ορίζοντα το 2040: κυκλική οικονομία, κλιματική προσαρμογή, δεξιότητες και προστασία της φύσης δεν αποτελούν πρόσθετο κόστος, αλλά όρους για τη διατήρηση της παραγωγικής βάσης της Ευρώπης.