Νέα διάσταση στη σχέση μεταξύ ανταγωνισμού και βιωσιμότητας εισάγουν οι αναθεωρημένες κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, καθώς προβλέπουν ότι ορισμένες επιχειρηματικές πρακτικές μπορούν να δικαιολογηθούν εφόσον παράγουν σαφή περιβαλλοντικά ή οικονομικά οφέλη.
.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία είναι αρμόδια για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στην ΕΕ, θεωρεί μια εταιρεία δεσπόζουσα όταν κατέχει μερίδιο αγοράς άνω του 40%.
Με βάση τις νέες κατευθυντήριες γραμμές, ακόμη και πρακτικές μιας δεσπόζουσας επιχείρησης που περιορίζουν τους ανταγωνιστές της ενδέχεται, υπό προϋποθέσεις, να θεωρηθούν αποδεκτές εάν οδηγούν σε μειωμένη χρήση πρώτων υλών, χαμηλότερη ρύπανση, μεγαλύτερη χρήση ανακυκλώσιμων προϊόντων ή πιο ανθεκτικές εφοδιαστικές αλυσίδες.
Στην αξιολόγηση θα μπορούν επίσης να λαμβάνονται υπόψη ενδεχόμενες εξοικονομήσεις κόστους για τους καταναλωτές.
Η αλλαγή αφορά το Άρθρο 102 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ένα από τα βασικότερα εργαλεία της Κομισιόν για την αντιμετώπιση καταχρήσεων δεσπόζουσας θέσης.
Το συγκεκριμένο πλαίσιο έχει χρησιμοποιηθεί τα τελευταία χρόνια σε σημαντικές υποθέσεις κατά μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών, μεταξύ των οποίων η Apple, η Google και η Microsoft, όταν οι ευρωπαϊκές αρχές έκριναν ότι αξιοποίησαν την ισχύ τους στην αγορά για να περιορίσουν ανταγωνιστές.
Οι αναθεωρημένες κατευθυντήριες γραμμές αποσκοπούν επίσης στο να βοηθήσουν τις επιχειρήσεις να αξιολογούν αν διαθέτουν δεσπόζουσα θέση και, εφόσον συμβαίνει αυτό, σε ποιες αγορές.
Η προσθήκη κριτηρίων βιωσιμότητας επιχειρεί να ενσωματώσει περισσότερο περιβαλλοντικές και κοινωνικοοικονομικές παραμέτρους στην ανάλυση του ανταγωνισμού.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι μια εταιρεία με ισχυρή θέση στην αγορά θα μπορεί να επιχειρηματολογήσει ότι μια πρακτική της, παρότι περιορίζει ανταγωνιστές, παράγει συνολικά οφέλη που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα ή την αποδοτικότητα.
Μεταξύ των παραδειγμάτων που αναφέρει η Επιτροπή περιλαμβάνονται η μείωση της κατανάλωσης πρώτων υλών, η περιορισμένη περιβαλλοντική επιβάρυνση, η ενίσχυση της κυκλικότητας μέσω ανακυκλώσιμων προϊόντων και η βελτίωση της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με την ευρύτερη προσπάθεια της ΕΕ να ενσωματώσει τους στόχους της πράσινης μετάβασης σε διαφορετικά πεδία οικονομικής πολιτικής.
Ωστόσο, η νέα γραμμή έχει προκαλέσει αντιδράσεις από ακαδημαϊκούς και οικονομολόγους, οι οποίοι προειδοποιούν ότι μπορεί να δημιουργήσει περιθώρια κατάχρησης.
Ομάδα 28 κορυφαίων ακαδημαϊκών και οικονομολόγων, στην οποία συμμετέχουν και πρώην ανώτερα στελέχη οικονομικής ανάλυσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, απέστειλε ανοικτή επιστολή στην πρόεδρο της Κομισιόν Ursula von der Leyen και στην επίτροπο Ανταγωνισμού Teresa Ribera.
Οι υπογράφοντες υποστηρίζουν ότι οι νέες κατευθυντήριες γραμμές εισάγουν τεκμήρια και «συντομεύσεις» στην ανάλυση που ενδέχεται να μη διαχωρίζουν επαρκώς την πραγματικά αντιανταγωνιστική συμπεριφορά από πρακτικές που αντανακλούν επιχειρηματική ικανότητα, αποδοτικότητα ή ανώτερη τεχνογνωσία.
Κατά τους επικριτές, υπάρχει ο κίνδυνος η επίκληση της βιωσιμότητας να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα για την υπεράσπιση συμπεριφορών που στην πράξη περιορίζουν τον ανταγωνισμό.
Το κρίσιμο ζήτημα για τις ευρωπαϊκές αρχές θα είναι επομένως να αποδεικνύεται ότι τα οφέλη βιωσιμότητας είναι πραγματικά, μετρήσιμα και επαρκή ώστε να δικαιολογούν την επίμαχη πρακτική.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία για μεγάλες επιχειρήσεις σε κλάδους όπως η ενέργεια, η τεχνολογία, οι πρώτες ύλες, οι μεταφορές και η βιομηχανία, όπου η πράσινη μετάβαση συχνά απαιτεί μεγάλες επενδύσεις, συγκέντρωση κεφαλαίων και αναδιάρθρωση εφοδιαστικών αλυσίδων.
Η νέα προσέγγιση δείχνει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να συνδυάσει δύο στόχους που μπορεί να έρχονται σε σύγκρουση: την προστασία του ανταγωνισμού και την επιτάχυνση της βιώσιμης μετάβασης.
Το κατά πόσο αυτή η ισορροπία θα λειτουργήσει χωρίς να αποδυναμωθούν οι κανόνες κατά της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης θα κριθεί από τον τρόπο με τον οποίο οι νέες κατευθυντήριες γραμμές θα εφαρμοστούν στις μελλοντικές υποθέσεις.
Πηγή: Reuters
Το κρίσιμο ζήτημα για τις ευρωπαϊκές αρχές θα είναι επομένως να αποδεικνύεται ότι τα οφέλη βιωσιμότητας είναι πραγματικά, μετρήσιμα και επαρκή ώστε να δικαιολογούν την επίμαχη πρακτική.