Νέες κατευθυντήριες γραμμές για τους επενδυτές που διαθέτουν κεφάλαια σε εταιρείες με έκθεση σε περιοχές συγκρούσεων προετοιμάζει το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP), επιχειρώντας να καλύψει ένα σημαντικό κενό στη δέουσα επιμέλεια για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τους ESG κινδύνους.
.
Η πρωτοβουλία θα επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο οι επενδυτές μπορούν να αξιολογούν την έκθεση των εταιρειών χαρτοφυλακίου τους σε περιοχές που πλήττονται από ένοπλες συγκρούσεις και να διαχειρίζονται τους αυξημένους κινδύνους που προκύπτουν για τα ανθρώπινα δικαιώματα, το περιβάλλον και την εταιρική διακυβέρνηση.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, το UNDP σχεδιάζει να παρουσιάσει τις νέες κατευθυντήριες γραμμές στο ετήσιο UN Forum on Business and Human Rights.
Η πρωτοβουλία έρχεται να αντιμετωπίσει μια ασυμμετρία που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια. Ενώ οι απαιτήσεις για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται άμεσα σε περιοχές υψηλού κινδύνου έχουν ενισχυθεί σημαντικά, οι θεσμικοί επενδυτές και οι διαχειριστές κεφαλαίων διαθέτουν λιγότερο συγκεκριμένη καθοδήγηση για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να πραγματοποιούν τη δική τους δέουσα επιμέλεια.
Το UNDP είχε ήδη δημοσιεύσει το 2022, από κοινού με την Ομάδα Εργασίας του ΟΗΕ για τις Επιχειρήσεις και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, οδηγό για την ενισχυμένη δέουσα επιμέλεια ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε περιβάλλοντα συγκρούσεων.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση έχει αποκτήσει πρόσθετη βαρύτητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς η Corporate Sustainability Due Diligence Directive (CSDDD) αναγνωρίζει ότι οι περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις ή χαρακτηρίζονται ως υψηλού κινδύνου απαιτούν αυξημένο επίπεδο δέουσας επιμέλειας.
Οι νέες οδηγίες του UNDP αναμένεται να μεταφέρουν αυτή τη λογική περισσότερο στον χώρο των επενδύσεων, εξετάζοντας τι πρέπει να κάνουν asset owners και asset managers όταν εταιρείες στις οποίες έχουν επενδύσει δραστηριοποιούνται άμεσα ή μέσω της εφοδιαστικής αλυσίδας σε τέτοιες περιοχές.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι κίνδυνοι στις εμπόλεμες ζώνες δεν περιορίζονται στις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι ένοπλες συγκρούσεις μπορούν παράλληλα να προκαλέσουν σοβαρές περιβαλλοντικές ζημιές, να επιβαρύνουν υδάτινους και φυσικούς πόρους και να επηρεάσουν δραστηριότητες εξόρυξης και χρήσης γης.
Για τους επενδυτές, η αξιολόγηση των συγκεκριμένων κινδύνων μπορεί να επηρεάζει τόσο τις αποφάσεις κατανομής κεφαλαίων όσο και την άσκηση ενεργού ιδιοκτησίας προς τις εταιρείες χαρτοφυλακίου. Οι επιλογές μπορεί να περιλαμβάνουν αυστηρότερους όρους για τη διατήρηση μιας επένδυσης, ενισχυμένο engagement με τις διοικήσεις ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, επανεξέταση της ίδιας της επενδυτικής έκθεσης.
Παράλληλα με τις κατευθυντήριες γραμμές, το UNDP έχει αναφερθεί στην ανάπτυξη μιας υπηρεσίας δεδομένων για περιοχές συγκρούσεων, όπου η πρόσβαση σε αξιόπιστη και έγκαιρη πληροφόρηση αποτελεί σημαντικό πρόβλημα για τους επενδυτές.
Στη σχετική προσπάθεια συμμετέχουν η Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights και Νορβηγοί θεσμικοί επενδυτές, μεταξύ των οποίων το Norwegian Pension Fund, η KLP, η Storebrand και η Sparebank.
Η δημιουργία καλύτερων δεδομένων θεωρείται κρίσιμη, καθώς η αποτελεσματική δέουσα επιμέλεια προϋποθέτει τη δυνατότητα να εντοπιστούν όχι μόνο οι άμεσες επιχειρηματικές δραστηριότητες σε μια περιοχή συγκρούσεων, αλλά και οι σύνθετες σχέσεις μέσω θυγατρικών, προμηθευτών και άλλων τμημάτων της αλυσίδας αξίας.
Η αυξανόμενη σημασία του ζητήματος αποτυπώνεται και στην έκταση των ένοπλων συγκρούσεων διεθνώς. Σύμφωνα με στοιχεία που είχε επικαλεστεί το UNDP τον Απρίλιο του 2025, καταγράφονταν 56 ένοπλες συγκρούσεις παγκοσμίως, ο υψηλότερος αριθμός μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Marcos Neto, Assistant Secretary-General του ΟΗΕ και Director του Bureau for Policy and Programme Support του UNDP, έχει επισημάνει χαρακτηριστικά ότι «ο ρόλος των επιχειρήσεων δεν είναι ποτέ ουδέτερος σε συνθήκες ευθραυστότητας, κατά τη διάρκεια συγκρούσεων και στη διαδικασία ανάκαμψης».
Για τη βιώσιμη χρηματοδότηση, το κρίσιμο ερώτημα θα είναι κατά πόσο οι νέες κατευθυντήριες γραμμές θα υιοθετηθούν στην πράξη από μεγάλους asset owners και διαχειριστές κεφαλαίων.
Η σχέση τους με την εφαρμογή της CSDDD θα είναι επίσης καθοριστική. Εάν οι οδηγίες ενσωματωθούν στις διαδικασίες αξιολόγησης κινδύνων και στα επενδυτικά πρότυπα, θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε σημείο αναφοράς για το responsible investment σε περιοχές συγκρούσεων. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος να παραμείνουν κυρίως ένα συμβουλευτικό πλαίσιο.
Σε κάθε περίπτωση, η πρωτοβουλία σηματοδοτεί τη διεύρυνση της έννοιας της επενδυτικής δέουσας επιμέλειας. Η αξιολόγηση μιας επένδυσης δεν αφορά πλέον μόνο τους παραδοσιακούς χρηματοοικονομικούς κινδύνους, αλλά zunehmend και το κατά πόσο το κεφάλαιο συνδέεται με παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, περιβαλλοντικές καταστροφές ή επιχειρηματικές δραστηριότητες σε περιοχές όπου οι θεσμοί και οι μηχανισμοί εποπτείας έχουν αποδυναμωθεί από τον πόλεμο.
Η πρωτοβουλία έρχεται να αντιμετωπίσει μια ασυμμετρία που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια.