Upcycling: Γιατί όλο και περισσότερα fashion brands στρέφονται στα παλιά και αδιάθετα ρούχα

Body

Το upcycling περνά σταδιακά από το περιθώριο της βιώσιμης μόδας στο mainstream, καθώς ολοένα περισσότερα fashion brands αξιοποιούν μεταχειρισμένα ρούχα, αδιάθετα αποθέματα και πλεονάζοντα υλικά για τη δημιουργία νέων προϊόντων.

.

Η αλλαγή δεν οφείλεται μόνο στην αυξανόμενη πίεση για βιωσιμότητα, αλλά και στο γεγονός ότι το ίδιο το upcycled προϊόν αρχίζει να αποκτά εμπορική αξία λόγω της μοναδικότητας, του design και της ιστορίας του.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συλλογή του Kevin Germanier στην Paris Couture Week, η οποία δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου από αδιάθετο απόθεμα επτά brands του ομίλου LVMH. Τα 25 looks προέκυψαν από την αποδόμηση και επανασύνθεση ρούχων που διαφορετικά θα μπορούσαν να μείνουν αχρησιμοποίητα ή να απορριφθούν.

Η πρακτική, που μέχρι πρόσφατα συνδεόταν κυρίως με μικρούς ανεξάρτητους designers ή sustainability-focused labels, επεκτείνεται πλέον σε μεγαλύτερες εταιρείες. Η Miu Miu διεύρυνε το upcycling programme που είχε ξεκινήσει το 2020, η Coach ενίσχυσε τη σειρά Coach Repurposed, ενώ η Uniqlo πειραματίζεται με τη μεταποίηση μη εμπορεύσιμων και χρησιμοποιημένων ενδυμάτων μέσω του Re:Uniqlo. Αντίστοιχες κινήσεις έχουν κάνει brands όπως οι Converse, Wrangler και Vivienne Westwood.

Από τη βιωσιμότητα στη μοναδικότητα

Μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι εταιρείες επικοινωνούν το upcycling.

Παλαιότερα, το βασικό selling point ήταν η περιβαλλοντική του διάσταση. Σήμερα, πολλά brands προβάλλουν περισσότερο τη δημιουργικότητα, την προέλευση του υλικού και το γεγονός ότι κάθε κομμάτι είναι διαφορετικό.

Αυτό έχει αλλάξει και την αντίληψη των καταναλωτών. Στην ινδική I Was A Sari, η οποία μετατρέπει χρησιμοποιημένα sari σε νέα ρούχα και αξεσουάρ, η εταιρεία διαπιστώνει ότι το γεγονός πως ένα προϊόν έχει δημιουργηθεί από ήδη χρησιμοποιημένο υλικό δεν αποτελεί πλέον μειονέκτημα. Αντίθετα, μπορεί να λειτουργήσει ως στοιχείο αυθεντικότητας και διαφοροποίησης.

Η ίδια αλλαγή φαίνεται και στο ότι ένα upcycled προϊόν δεν αγοράζεται πλέον μόνο από έναν στενό κύκλο καταναλωτών που αυτοπροσδιορίζονται ως sustainability-conscious. Μπορεί να συνυπάρχει στην ίδια γκαρνταρόμπα με προϊόντα Gucci ή Zara.

Ο ρόλος των νέων κανονισμών

Η ανάπτυξη του upcycling ενισχύεται και από το νέο ρυθμιστικό περιβάλλον.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η απαγόρευση καταστροφής αδιάθετων ενδυμάτων και υποδημάτων για μεγάλες επιχειρήσεις τέθηκε σε εφαρμογή τον Ιούλιο. Παράλληλα, τα συστήματα Extended Producer Responsibility μεταφέρουν μεγαλύτερο μέρος του κόστους συλλογής, διαλογής και διαχείρισης των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων στους ίδιους τους παραγωγούς.

Οι νέοι κανόνες δημιουργούν ισχυρότερα οικονομικά κίνητρα για την αξιοποίηση αποθεμάτων και υλικών που μέχρι πρόσφατα αντιμετωπίζονταν περισσότερο ως πρόβλημα παρά ως πρώτη ύλη.

Ειδικά για τον χώρο του luxury, η δυνατότητα μετατροπής unsold inventory σε νέες συλλογές αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον καθώς η απλή καταστροφή ή απόρριψη των προϊόντων γίνεται πλέον πολύ δυσκολότερη.

Φθηνότερη και ευκολότερη πρόσβαση σε deadstock

Την ίδια στιγμή βελτιώνεται και η υποδομή γύρω από τα fashion waste materials.

Πριν από λίγα χρόνια, η εύρεση διαθέσιμων deadstock υφασμάτων ήταν χρονοβόρα διαδικασία που απαιτούσε επαφές με mills, έλεγχο καταλόγων και φυσικών δειγμάτων και πολύπλοκη διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Πλέον, πλατφόρμες όπως η Nona Source, που υποστηρίζεται από την LVMH, και η βρετανική The Materialist καταγράφουν πλεονάζοντα υλικά και τα διαθέτουν απευθείας σε designers και brands.

Σύμφωνα με τη The Materialist, τα deadstock fabrics μπορούν να είναι περίπου 60% φθηνότερα από την παραγωγή αντίστοιχου νέου υφάσματος, προσθέτοντας ένα καθαρά οικονομικό κίνητρο στην περιβαλλοντική λογική.

Το πρόβλημα της κλίμακας

Παρά την ανάπτυξη της αγοράς, το βασικό εμπόδιο παραμένει το scaling.

Η βιομηχανία της μόδας είναι δομημένη γύρω από τυποποιημένα υλικά, προβλέψιμα μεγέθη, συγκεκριμένες αποχρώσεις και μεγάλους όγκους. Το upcycling λειτουργεί συχνά ακριβώς αντίθετα.

Τα μεταχειρισμένα ρούχα διαφέρουν σε κατάσταση, χρώμα, πάχος, σύνθεση και μέγεθος. Πρέπει να συλλεχθούν, να πλυθούν, να ταξινομηθούν, να ελεγχθούν και στη συνέχεια να μεταποιηθούν.

Η Deadwood, για παράδειγμα, ξεκίνησε ανακατασκευάζοντας vintage δερμάτινα jackets από την Μπανγκόκ. Όταν όμως οι παραγγελίες έφτασαν σε χιλιάδες τεμάχια, η σταθερή προμήθεια και η διατήρηση της ποιότητας έγιναν πολύ πιο δύσκολες. Η εταιρεία αναγκάστηκε να επεκτείνει τη χρήση της και σε εργοστασιακά υπολείμματα και απορριφθέντα δέρματα.

Αντίστοιχη πρόκληση αντιμετωπίζει και η Bonnetje, η οποία κατασκευάζει tailored suits από ήδη υπάρχοντα ενδύματα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η παραγωγή, αλλά και η ένταξη μοναδικών προϊόντων σε ένα wholesale και e-commerce σύστημα που απαιτεί σταθερό sizing, επαναλαμβανόμενα styles και προβλέψιμο inventory.

Η εφοδιαστική αλυσίδα πρέπει να αλλάξει

Για να περάσει το upcycling πραγματικά σε μεγάλη κλίμακα, δεν αρκεί η καινοτομία στο design.

Απαιτούνται επενδύσεις σε συστήματα πλυσίματος, testing, sorting, grading και colour matching, καθώς και στενότερος συντονισμός μεταξύ διαφορετικών κρίκων της αλυσίδας.

Η Bank & Vogue, που προμηθεύει μεταξύ άλλων υλικά για συλλογές της Coach, έχει επενδύσει επί χρόνια σε τέτοιες διαδικασίες ώστε να μπορεί να καλύψει τις απαιτήσεις μεγάλων fashion brands.

Υπάρχουν επιπλέον και ρυθμιστικά εμπόδια. Ορισμένες χώρες αντιμετωπίζουν τα χρησιμοποιημένα υφάσματα ως textile waste, γεγονός που μπορεί να περιορίζει τις εισαγωγές τους ακόμη και όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως πρώτη ύλη για νέα προϊόντα.

Upcycling ή απλώς καλύτερη διαχείριση αποθεμάτων;

Η άνοδος του upcycling συνοδεύεται και από συζήτηση γύρω από το τι ακριβώς σημαίνει ο όρος.

Ορισμένοι επικριτές θεωρούν ότι χρησιμοποιείται πλέον υπερβολικά ευρέως και καλύπτει πρακτικές πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, από την πραγματική μεταποίηση μεταχειρισμένων ρούχων μέχρι τη χρήση deadstock ή εργοστασιακών υπολειμμάτων.

Όλες αυτές οι πρακτικές κρατούν υλικά σε κυκλοφορία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, αλλά δεν αντιμετωπίζουν απαραίτητα το βασικό πρόβλημα της υπερπαραγωγής στη μόδα.

Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος οι μεγάλες εταιρείες να αντιμετωπίσουν το upcycling ως ακόμη μία capsule collection ή marketing exercise, χωρίς ουσιαστική αλλαγή στο βασικό μοντέλο παραγωγής τους.

Από πείραμα σε κανονικό business model

Παρά τις δυσκολίες, υπάρχουν ενδείξεις ότι το upcycling αρχίζει να περνά από τη φάση του πειραματισμού σε μια πιο σταθερή επιχειρηματική πρακτική.

Η Bank & Vogue έχει ήδη προμηθεύσει υλικά για πέντε συλλογές της Dr. Martens και 17 συνεργασίες με την Converse, ενώ επεκτείνει τη συνεργασία της με την Coach πέρα από την Coachtopia και στο ευρύτερο business του brand.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι τόσο αν μπορεί να δημιουργηθεί ένα επιτυχημένο upcycled προϊόν. Αυτό έχει ήδη αποδειχθεί.

Το δύσκολο στοίχημα είναι αν ο κλάδος μπορεί να μετατρέψει τα χρησιμοποιημένα ρούχα και τα πλεονάζοντα υλικά σε σταθερή, αξιόπιστη και μεγάλης κλίμακας πηγή πρώτων υλών.

Αν αυτό συμβεί, το upcycling θα πάψει να αποτελεί sustainability capsule και θα αρχίσει να λειτουργεί ως κανονικό κομμάτι του sourcing της παγκόσμιας βιομηχανίας μόδας.

Πηγή: BOF

Αρθρογράφος
Κύριος χαρακτηρισμός περιεχομένου
Image
Επικεφαλίδα

Το upcycling περνά στο mainstream της μόδας, με Miu Miu, Coach και Uniqlo να αξιοποιούν μεταχειρισμένα ρούχα και deadstock, ενώ νέοι κανόνες στην ΕΕ επιταχύνουν την τάση.