Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ενισχύει περαιτέρω την ενσωμάτωση του κλιματικού κινδύνου στο πλαίσιο διαχείρισης των εξασφαλίσεων που γίνονται αποδεκτές στις πράξεις αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος.
Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να επεκτείνει τη χρήση των λεγόμενων climate factors και σε επιλέξιμες πιστωτικές απαιτήσεις των οποίων ο οφειλέτης είναι μη χρηματοπιστωτική εταιρεία.
Η νέα προσέγγιση έρχεται να συμπληρώσει το μέτρο που είχε εγκριθεί τον Ιούλιο του 2025 για εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία που εκδίδονται από μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και τις συνδεδεμένες εταιρείες τους και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 15 Ιουνίου 2026.
Γιατί αλλάζει το πλαίσιο
Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι οι εξασφαλίσεις που καταθέτουν οι τράπεζες στις πράξεις αναχρηματοδότησης μπορεί να χάσουν μέρος της αξίας τους σε περίπτωση αιφνίδιων μεταβολών που σχετίζονται με την πράσινη μετάβαση.
Τέτοια σοκ μπορεί να προκύψουν από αλλαγές στην κλιματική πολιτική, τεχνολογικές εξελίξεις, μεταβολές στη συμπεριφορά των καταναλωτών, δικαστικές διαμάχες ή ευρύτερες μακροοικονομικές προσαρμογές.
Το πρόβλημα για το Ευρωσύστημα είναι ότι μια τέτοια πτώση της αξίας μπορεί να σημειωθεί ακριβώς τη στιγμή που θα χρειαστεί να ρευστοποιήσει τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία.
Για τον λόγο αυτό, όσο μεγαλύτερη θεωρείται η έκθεση μιας εξασφάλισης σε κλιματικές αβεβαιότητες, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η μείωση που θα εφαρμόζεται στην αποτιμώμενη αξία της.
Πώς θα υπολογίζεται ο κλιματικός συντελεστής
Ο climate factor θα βασίζεται σε έναν δείκτη αβεβαιότητας σε επίπεδο περιουσιακού στοιχείου.
Ο δείκτης θα περιλαμβάνει τρία βασικά στοιχεία: τον κλαδικό κλιματικό κίνδυνο που προκύπτει από τα πιο πρόσφατα stress tests του Ευρωσυστήματος, την έκθεση του οφειλέτη σε κινδύνους που σχετίζονται με την πράσινη μετάβαση και την υπολειπόμενη διάρκεια της πιστωτικής απαίτησης.
Όταν δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα σε επίπεδο κλάδου ή συγκεκριμένου οφειλέτη, το Ευρωσύστημα θα μπορεί να χρησιμοποιεί ευρύτερα κλαδικά δεδομένα ή άλλες κατάλληλες πηγές πληροφόρησης.
Η μέγιστη πρόσθετη μείωση στην τελική αξία της εξασφάλισης θα φτάνει το 5%, τόσο για τα εταιρικά ομόλογα όσο και για τις πιστωτικές απαιτήσεις.
Οι επιμέρους climate factors που θα εφαρμόζονται στις συγκεκριμένες πιστωτικές απαιτήσεις δεν θα δημοσιοποιούνται.
Εφαρμογή από το τέλος του 2027
Το νέο μέτρο αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή το νωρίτερο έως το τέλος του 2027.
Οι κλιματικοί συντελεστές θα επανυπολογίζονται κάθε χρόνο, με διαδικασία αντίστοιχη με εκείνη που ήδη εφαρμόζεται στα ομόλογα μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, ώστε να ενσωματώνονται τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία για τους κλιματικούς κινδύνους.
Η απόφαση εντάσσεται στη σταδιακή προσπάθεια της ΕΚΤ να αντιμετωπίζει την κλιματική αλλαγή όχι ως ένα παράλληλο ζήτημα βιωσιμότητας, αλλά ως πηγή χρηματοοικονομικού κινδύνου που μπορεί να επηρεάσει άμεσα την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής.
Με την επέκταση του μέτρου στις πιστωτικές απαιτήσεις, η κεντρική τράπεζα επιχειρεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα του πλαισίου εξασφαλίσεων και να περιορίσει τον κίνδυνο το Ευρωσύστημα να βρεθεί εκτεθειμένο σε περιουσιακά στοιχεία των οποίων η αξία θα μπορούσε να υποχωρήσει απότομα εξαιτίας της μετάβασης σε μια οικονομία χαμηλότερων εκπομπών.
Πηγή: Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).
Στόχος είναι να προστατευθεί καλύτερα το Ευρωσύστημα από πιθανές απώλειες στην αξία των εξασφαλίσεων σε περίπτωση αιφνίδιων κλιματικών ή μεταβατικών σοκ.