Σημαντικά ερωτήματα για την αξιοπιστία των ESG επενδύσεων εγείρει νέα έκθεση, σύμφωνα με την οποία κεφάλαια που φέρουν τη σήμανση βιωσιμότητας περιλαμβάνουν εταιρείες πετροχημικών, παρά τους περιβαλλοντικούς και υγειονομικούς κινδύνους που συνδέονται με τον κλάδο.
.
Η έρευνα, στην οποία συμμετέχουν οργανισμοί όπως το Centre for International Environmental Law (CIEL) και οι Friends of the Earth, καταγράφει ότι οι παγκόσμιες τράπεζες έχουν επενδύσει περίπου 133 δισ. δολάρια στην επέκταση της πετροχημικής βιομηχανίας στις ΗΠΑ τα τελευταία έξι χρόνια.
Μεταξύ των μεγαλύτερων χρηματοδοτών συγκαταλέγονται οι Citi, Bank of America, JP Morgan και Mizuho, ενώ σημαντική συμμετοχή έχουν και ευρωπαϊκές τράπεζες όπως η Deutsche Bank (6,3 δισ. δολάρια), η BNP Paribas (3,9 δισ. δολάρια) και η HSBC (7,6 δισ. δολάρια).
Συνολικά, οι αμερικανικές τράπεζες καλύπτουν το 39,3% της χρηματοδότησης, οι ιαπωνικές το 14,9%, οι βρετανικές το 12%, ενώ ευρωπαϊκές και καναδικές τράπεζες μοιράζονται το υπόλοιπο.
Η πετροχημική βιομηχανία, στενά συνδεδεμένη με τα ορυκτά καύσιμα, παράγει πλαστικά και χημικά λιπάσματα, τα οποία περιέχουν τοξικές ουσίες όπως τα PFAS («forever chemicals»), με σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι περίπου 10,3 δισ. δολάρια σε ESG επενδύσεις κατευθύνονται σε εταιρείες που επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους στον τομέα των πετροχημικών.
Σύμφωνα με την έκθεση, αυτό οφείλεται σε αδυναμίες του συστήματος αξιολόγησης ESG, το οποίο συχνά επικεντρώνεται στους χρηματοοικονομικούς κινδύνους για τις εταιρείες και όχι στον πραγματικό περιβαλλοντικό τους αντίκτυπο.
Η πρακτική αυτή, γνωστή ως «ESG washing», κατηγορείται ότι παραπλανά τους επενδυτές, μειώνει την πίεση για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις και αποκρύπτει τις πραγματικές επιπτώσεις των δραστηριοτήτων των εταιρειών.
Παράλληλα, η έκθεση επισημαίνει ότι οι επενδύσεις σε πετροχημικά ενέχουν αυξανόμενους νομικούς και χρηματοοικονομικούς κινδύνους, καθώς αυξάνονται οι αγωγές για τοξικές ουσίες και εντείνονται οι πιέσεις για περιορισμό της χρήσης ορυκτών καυσίμων.
Οι συντάκτες καλούν τις ρυθμιστικές αρχές και τις κεντρικές τράπεζες να υιοθετήσουν αυστηρότερα μέτρα, ώστε να περιοριστεί η χρηματοδότηση ενός κλάδου που θεωρείται ασύμβατος με τη μετάβαση σε ένα βιώσιμο οικονομικό μοντέλο.
Πηγή: Green Central Banking / CIEL – “Toxic Finance” report (2026)
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι περίπου 10,3 δισ. δολάρια σε ESG επενδύσεις κατευθύνονται σε εταιρείες που επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους στον τομέα των πετροχημικών.