KPMG: Μόλις 1 στα 5 στελέχη μεταφράζει τη βιωσιμότητα σε οικονομικά μεγέθη

Body

Η βιωσιμότητα χρειάζεται να περάσει από τη λογική της κανονιστικής συμμόρφωσης στη δημιουργία μετρήσιμης επιχειρηματικής αξίας, καθώς η αβεβαιότητα γύρω από τις ρυθμίσεις και το γεωπολιτικό περιβάλλον καθιστά όλο και λιγότερο αποτελεσματική την προσέγγιση που βασίζεται αποκλειστικά στο «compliance», επισημαίνει η KPMG.

.

Σε άρθρο του Simon Weaver, Global Head Sustainability Advisory της KPMG International, υπογραμμίζεται ότι οι επιχειρήσεις λειτουργούν σήμερα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας, στο οποίο ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός γίνεται δυσκολότερος. Η κλιματική κρίση και τα κοινωνικά ζητήματα παραμένουν σημαντικά για τις διοικήσεις, ακόμη και αν η βιωσιμότητα δεν βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης στον ίδιο βαθμό με τα προηγούμενα χρόνια.

Σύμφωνα με τον Weaver, υπάρχουν ουσιαστικά τρεις τρόποι για να πειστούν οι επιχειρήσεις να αναλάβουν δράση: μέσω της συναισθηματικής διάστασης, μέσω της κανονιστικής πίεσης ή μέσω της απόδειξης ότι η βιωσιμότητα μπορεί να δημιουργήσει οικονομική αξία.

Η τρίτη προσέγγιση αποκτά μεγαλύτερη σημασία, καθώς η εξάρτηση αποκλειστικά από τις ρυθμιστικές απαιτήσεις μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκής. Όταν το κανονιστικό περιβάλλον αλλάζει ή όταν οι απαιτήσεις χαλαρώνουν, υπάρχει κίνδυνος να επιβραδυνθεί και η εταιρική δράση.

Η KPMG υποστηρίζει ότι η βιωσιμότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται περισσότερο μέσα από χρηματοοικονομικό πρίσμα και να συνδέεται με τη στρατηγική, την αποδοτικότητα, την καινοτομία, τη διαχείριση κινδύνων και την ανθεκτικότητα μιας επιχείρησης.

Το KPMG 2025 CEO Outlook είχε ήδη καταγράψει ότι οι επιχειρηματικοί ηγέτες αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο τη βιωσιμότητα όχι μόνο ως ηθική ή κανονιστική υποχρέωση, αλλά ως παράγοντα που συνδέεται με τη στρατηγική πρόβλεψη, τις οικονομικές επιδόσεις, την οργανωτική ανθεκτικότητα και τελικά την αξία της επιχείρησης.

Το μεγάλο κενό, ωστόσο, παραμένει η μετάφραση αυτής της αντίληψης σε συγκεκριμένους οικονομικούς δείκτες.

Σύμφωνα με την έρευνα της KPMG «Closing the Sustainability Valuation Gap», μόλις το 20% των στελεχών ποσοτικοποιεί τις χρηματοοικονομικές επιπτώσεις των ESG παραγόντων.

Την ίδια στιγμή, το 72% δηλώνει ότι κατανοεί τη στρατηγική βιωσιμότητας της επιχείρησής του, ενώ το 60% λαμβάνει υπόψη τη βιωσιμότητα στον χρηματοοικονομικό σχεδιασμό.

Παρά τα υψηλά αυτά ποσοστά, λίγες επιχειρήσεις μπορούν ακόμη να μεταφράσουν τις στρατηγικές βιωσιμότητας σε μεγέθη όπως τα EBITDA, οι κεφαλαιουχικές δαπάνες ή οι επιπτώσεις στον ισολογισμό.

Η KPMG χαρακτηρίζει αυτή την απόσταση μεταξύ κατανόησης και χρηματοοικονομικής αποτίμησης ως ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για την ουσιαστική ενσωμάτωση της βιωσιμότητας στις επιχειρηματικές αποφάσεις.

Χαρακτηριστικό είναι παράδειγμα από εταιρεία χαρτοφυλακίου στον κλάδο τροφίμων και ποτών που εξετάστηκε στο πλαίσιο της έρευνας.

Με την ποσοτικοποίηση συγκεκριμένων παραγόντων δημιουργίας αξίας, όπως η αξιοποίηση αποβλήτων και η ενεργειακή αποδοτικότητα, η ανάλυση έδειξε δυνατότητα αύξησης του περιθωρίου EBITDA από 8% σε 18%.

Το παράδειγμα χρησιμοποιείται για να δείξει ότι η βιωσιμότητα μπορεί να συνδεθεί άμεσα με λειτουργικές εξοικονομήσεις, νέες πηγές εσόδων και υψηλότερα περιθώρια κερδοφορίας, αντί να αντιμετωπίζεται μόνο ως κόστος συμμόρφωσης.

Σύμφωνα με τον Weaver, επιχειρήσεις και σύμβουλοι που διαθέτουν την κατάλληλη τεχνογνωσία χρειάζεται να αποδεικνύουν πιο συστηματικά το οικονομικό business case της βιώσιμης μετάβασης.

Αυτό σημαίνει ότι οι περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί παράγοντες θα πρέπει να ενσωματώνονται στις βασικές στρατηγικές ανάπτυξης και να αξιολογούνται ως προς την επίδρασή τους στην αποδοτικότητα, την καινοτομία, τη μείωση κινδύνων και την οικονομική επίδοση.

Η πρόκληση είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή προβλήματα όπως η υπέρβαση των πλανητικών ορίων ή το αυξανόμενο οικονομικό κόστος της κλιματικής αλλαγής είναι συχνά πολύ μεγάλα και αφηρημένα για να συνδεθούν εύκολα με τις καθημερινές αποφάσεις ενός CFO, ενός CEO ή ενός διοικητικού συμβουλίου.

Για τον λόγο αυτό, η KPMG θεωρεί απαραίτητο να γεφυρωθεί η απόσταση μεταξύ της επιστημονικής γνώσης και των χρηματοοικονομικών αποφάσεων τόσο σε επίπεδο κυβερνήσεων όσο και επιχειρήσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, η KPMG συνεργάζεται με το World Business Council for Sustainable Development (WBCSD) για την ανάπτυξη εργαλείων και οδηγών που επικεντρώνονται στο οικονομικό επιχειρηματικό επιχείρημα υπέρ της βιωσιμότητας.

Στόχος είναι να γίνει πιο κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο οι στρατηγικές βιωσιμότητας μπορούν να δημιουργήσουν ή να προστατεύσουν επιχειρηματική αξία και να δοθούν στα οικονομικά στελέχη και στους επαγγελματίες βιωσιμότητας εργαλεία ώστε να μετατρέπουν τις σχετικές προκλήσεις σε ευκαιρίες ανάπτυξης.

Η προσέγγιση που προτείνεται είναι αυτή της «πραγματιστικής βιωσιμότητας», όπου η υπεύθυνη επιχειρηματική λειτουργία συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία και τη διατήρηση αξίας σε βάθος χρόνου.

Σε ένα περιβάλλον όπου οι ρυθμιστικές απαιτήσεις μπορεί να ενισχύονται ή να υποχωρούν ανάλογα με τις πολιτικές εξελίξεις, η οικονομική τεκμηρίωση της βιωσιμότητας μπορεί να αποτελέσει πιο σταθερό κίνητρο για τις επιχειρήσεις.

Το ζητούμενο, σύμφωνα με την KPMG, είναι η βιωσιμότητα να πάψει να θεωρείται ένα παράλληλο πρόγραμμα ή μια υποχρέωση reporting και να ενσωματωθεί στις καθημερινές αποφάσεις για επενδύσεις, αποδοτικότητα, ανάπτυξη και διαχείριση κινδύνου.

Πηγή: KPMG Internationa

Αρθρογράφος
Κύριος χαρακτηρισμός περιεχομένου
Image
Επικεφαλίδα

H βιωσιμότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται περισσότερο μέσα από χρηματοοικονομικό πρίσμα και να συνδέεται με τη στρατηγική, την αποδοτικότητα, την καινοτομία, τη διαχείριση κινδύνων και την ανθεκτικότητα μιας επιχείρησης.