Forest 500: Η ευρωπαϊκή ρύθμιση κατά της αποψίλωσης πιέζει τις εταιρείες, αλλά η πρόοδος παραμένει άνιση

Body

Η ευρωπαϊκή ρύθμιση για την αποψίλωση, γνωστή ως EUDR (EU Deforestation Regulation), αναδεικνύεται ήδη σε έναν από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες πίεσης για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες. Παρότι δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί πλήρως, η επιρροή της είναι ήδη ορατή: εταιρείες σε όλο τον κόσμο αναγκάζονται να επανεξετάσουν τις πρακτικές προμηθειών τους, να επενδύσουν σε δεδομένα και να ενισχύσουν τη διαφάνεια.

.

Η EUDR εισάγει μια θεμελιώδη αλλαγή: για πρώτη φορά, η πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά συνδέεται άμεσα με την απόδειξη ότι ένα προϊόν δεν σχετίζεται με αποψίλωση δασών. Προϊόντα όπως καφές, κακάο, σόγια, φοινικέλαιο, βοδινό κρέας και ξυλεία θα πρέπει να συνοδεύονται από τεκμηριωμένα στοιχεία για την προέλευσή τους, έως και το γεωγραφικό σημείο παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι οι εταιρείες καλούνται να γνωρίζουν –και να αποδεικνύουν– κάθε κρίκο της αλυσίδας αξίας τους.

Η έκθεση Forest 500 2026 καταγράφει ότι η προοπτική της EUDR έχει ήδη αρχίσει να μεταφράζεται σε δράση. Περίπου 14% των εταιρειών που αξιολογούνται αναφέρονται ρητά στη ρύθμιση, ενώ παρατηρείται αυξημένη κινητικότητα σε επενδύσεις για ιχνηλασιμότητα και διαχείριση κινδύνου στις προμήθειες.

Ωστόσο, η ίδια έκθεση αποκαλύπτει και το μέγεθος της πρόκλησης. Από τις 500 μεγαλύτερες εταιρείες που συνδέονται με βασικά εμπορεύματα υψηλού κινδύνου για αποψίλωση, μόλις 19 (4%) κατατάσσονται στους «ηγέτες», με ολοκληρωμένες πολιτικές και ουσιαστική εφαρμογή.
Η μεγάλη πλειονότητα, 63%, βρίσκεται σε ένα ενδιάμεσο στάδιο, ενώ 33% δεν έχει καμία δέσμευση.

Το πιο ανησυχητικό εύρημα αφορά την εφαρμογή: περισσότερες από τις μισές εταιρείες (53%) δεν δημοσιοποιούν κανένα σύστημα ιχνηλασιμότητας, ενώ μόνο το 24% δηλώνει ότι πάνω από το μισό των προμηθειών του είναι απαλλαγμένο από αποψίλωση, έστω για ένα προϊόν.

Η πραγματικότητα αυτή δείχνει ότι η EUDR λειτουργεί περισσότερο ως καταλύτης προετοιμασίας παρά ως εγγύηση άμεσης αλλαγής. Οι εταιρείες αναγνωρίζουν τον κίνδυνο αποκλεισμού από την ευρωπαϊκή αγορά, αλλά η μετάβαση απαιτεί χρόνο, τεχνογνωσία και –κυρίως– πρόσβαση σε αξιόπιστα δεδομένα από περιοχές όπου η διαφάνεια παραμένει περιορισμένη.

Παράλληλα, η έκθεση υπογραμμίζει ότι η αποψίλωση παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα περιβαλλοντικά προβλήματα, με τα βασικά εμπορεύματα να ευθύνονται για περίπου 68% της παγκόσμιας αποψίλωσης την περίοδο 2013–2023.
Αυτό σημαίνει ότι η επιτυχία της EUDR δεν είναι μόνο θέμα κανονιστικής συμμόρφωσης, αλλά κρίσιμος παράγοντας για την επίτευξη των παγκόσμιων στόχων για το κλίμα και τη βιοποικιλότητα.

Οι συντάκτες της έκθεσης επισημαίνουν ότι το 2025 είχε τεθεί ως ορόσημο για πολλές εταιρικές δεσμεύσεις μηδενικής αποψίλωσης, στόχος που δεν επιτεύχθηκε. Η EUDR έρχεται τώρα να καλύψει αυτό το κενό, μετατρέποντας τις εθελοντικές δεσμεύσεις σε υποχρεωτικές πρακτικές.

Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της ρύθμισης θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της. Χωρίς αυστηρούς ελέγχους, επαρκείς πόρους και διεθνή συνεργασία, υπάρχει ο κίνδυνος μετατόπισης της αποψίλωσης σε αγορές με χαλαρότερους κανόνες. Παράλληλα, μικρότεροι παραγωγοί σε αναπτυσσόμενες χώρες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν δυσκολίες συμμόρφωσης, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για υποστήριξη και χρηματοδότηση.

Σε κάθε περίπτωση, η EUDR σηματοδοτεί μια βαθύτερη αλλαγή: η βιωσιμότητα περνά από το επίπεδο της επικοινωνίας στο επίπεδο της υποχρέωσης. Οι εταιρείες δεν κρίνονται πλέον από τις εξαγγελίες τους, αλλά από την ικανότητά τους να αποδείξουν, με δεδομένα, ότι η δραστηριότητά τους δεν επιβαρύνει τα δάση.

Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν αυτή η μετάβαση θα γίνει έγκαιρα – ή αν η αγορά θα συνεχίσει να κινείται πιο αργά από την ανάγκη προστασίας των οικοσυστημάτων.

Πηγή: Forest 500 Report 2026 (Global Canopy)

Αρθρογράφος
Κύριος χαρακτηρισμός περιεχομένου
Δευτερεύων χαρακτηρισμός περιεχομένου
Image
Επικεφαλίδα

Περίπου 14% των εταιρειών που αξιολογούνται στην έκθεση αναφέρουν ρητά την EUDR στα εταιρικά τους έγγραφα, ενώ καταγράφεται αύξηση στις επενδύσεις για συστήματα ιχνηλασιμότητας και παρακολούθησης προμηθειών.