Οι μεγάλες παγκόσμιες τράπεζες όχι μόνο απέχουν ακόμη σημαντικά από μια πλήρως ευθυγραμμισμένη με το net zero στρατηγική, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις μειώνουν πλέον την κλιματική τους φιλοδοξία, σύμφωνα με τη νέα έκθεση του TPI Global Climate Transition Centre της London School of Economics. Η μελέτη εξετάζει 36 από τις μεγαλύτερες τράπεζες διεθνώς και καταλήγει ότι τα τελευταία τρία χρόνια ορισμένες έχουν ακυρώσει commitments και sectoral targets, ενώ άλλες έχουν αποδυναμώσει τη γλώσσα ή το εύρος των υφιστάμενων πολιτικών τους.
.
Το TPI Centre, το οποίο αποτελεί μέρος της Global School of Sustainability του LSE και υποστηρίζεται από περισσότερους από 155 επενδυτές με περίπου 80 τρισ. δολάρια σε assets under management and advice, αξιολογεί τις τράπεζες τόσο ως προς την ποιότητα των transition plans όσο και ως προς την πραγματική ευθυγράμμιση των sectoral decarbonisation pathways με τους διεθνείς κλιματικούς στόχους.
Από τα «commitments» στα πιο χαλαρά «ambitions»
Η μεγαλύτερη υποχώρηση καταγράφεται στα net-zero commitments. Στο συγκρίσιμο δείγμα τραπεζών και δεικτών μεταξύ 2024 και 2026, η μέση επίδοση στην κατηγορία αυτή μειώθηκε από 33% σε 22%. Επτά τράπεζες δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια ώστε να θεωρείται ότι διαθέτουν σαφή δέσμευση για net zero στις financed ή facilitated emissions έως το 2050 ή νωρίτερα. Σε ορισμένες περιπτώσεις η δέσμευση αφαιρέθηκε εντελώς και αντικαταστάθηκε από γενικότερη πρόθεση στήριξης της μετάβασης, ενώ αλλού η λέξη «commitment» αντικαταστάθηκε από την πιο χαλαρή έννοια της «ambition».
Η πτώση είναι εντονότερη στη Βόρεια Αμερική. Η μέση επίδοση των τραπεζών της περιοχής στα net-zero commitments μειώθηκε κατά 21 ποσοστιαίες μονάδες, από 33% σε 12%. Στην Ευρώπη η υποχώρηση ήταν μικρότερη αλλά επίσης σημαντική, από 42% σε 29%, ενώ στην Ιαπωνία η επίδοση βελτιώθηκε από 56% σε 67%.
Η έκθεση καταγράφει και μια πιο «σιωπηλή» υποχώρηση: τράπεζες που διατηρούν επισήμως τους στόχους τους αλλά χαλαρώνουν τις πολιτικές που τους στηρίζουν. Οκτώ τράπεζες αποδυνάμωσαν μεταξύ 2024 και 2026 τους όρους χρηματοδότησης για high-emission επιχειρήσεις, περιορίζοντας την εφαρμογή τους, προσθέτοντας εξαιρέσεις ή μειώνοντας την αυστηρότητα της επιβολής τους.
Μόλις 21% των κριτηρίων καλύπτεται
Στην πλήρη αξιολόγηση του 2026, οι 36 τράπεζες καλύπτουν κατά μέσο όρο μόλις 21% των 72 sub-indicators του Net Zero Banking Assessment Framework και καμία δεν ανταποκρίνεται σε περισσότερο από το ένα τρίτο των κριτηρίων. Στο συγκρίσιμο δείγμα με τις προηγούμενες χρονιές, η μέση επίδοση υποχώρησε στο 19% από 20% το 2024, ενώ σε οκτώ από τις εννέα βασικές περιοχές του framework τα scores είτε έμειναν στάσιμα είτε μειώθηκαν.
Το διάγραμμα στη σελίδα 9 της έκθεσης δείχνει πόσο άνιση είναι η εικόνα μεταξύ διαφορετικών πεδίων. Οι τράπεζες εμφανίζουν καλύτερες επιδόσεις στη δημοσιοποίηση exposure και emissions, αλλά πολύ χαμηλότερες στη decarbonisation strategy. Καμία δεν πληροί τα κριτήρια του TPI για climate lobbying commitments, ενώ η επίδοση είναι επίσης εξαιρετικά χαμηλή σε ζητήματα όπως οι financing conditions για high-emission sectors και η σύνδεση των χρηματοδοτικών πολιτικών με μια ολοκληρωμένη transition strategy.
Ευρώπη μπροστά στο disclosure, αλλά όχι απαραίτητα στους στόχους
Οι διαφορές μεταξύ περιοχών είναι μεγάλες. Με βάση το πλήρες NZBAF του 2026, οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν μέση επίδοση 27%, οι ιαπωνικές 26%, οι καναδικές 19%, οι αμερικανικές 13% και οι κινεζικές μόλις 6%. Η έκθεση συνδέει μέρος αυτής της διαφοράς με το διαφορετικό regulatory και policy environment.
Όλες οι τράπεζες της ΕΕ που εξετάζονται δημοσιοποιούν τουλάχιστον μέρος των απόλυτων financed emissions και του credit exposure τους σε high-emission sectors. Παράλληλα δημοσιεύουν στοιχεία για το ποσοστό των exposures που καλύπτεται από sectoral decarbonisation targets και για τη χρηματοδότηση climate solutions. Το TPI συνδέει αυτή την εικόνα με το υποχρεωτικό EU ESG Pillar 3 framework, το οποίο επιβάλλει τυποποιημένα disclosure templates στις μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες.
Στις ΗΠΑ, αντίθετα, η έκθεση εντοπίζει σημαντική υποχώρηση μετά το 2024, σε ένα περιβάλλον όπου οι υποχρεωτικές supervisory απαιτήσεις για το κλίμα είναι περιορισμένες και η anti-ESG πολιτική πίεση έχει ενταθεί. Η κλιματική εποπτική καθοδήγηση των αμερικανικών ομοσπονδιακών τραπεζικών αρχών του 2023 ανακλήθηκε το 2025, ενώ αρκετές τράπεζες αποχώρησαν από climate alliances.
Κανένας νέος 2030 sectoral target το 2026
Ιδιαίτερα έντονη είναι η επιβράδυνση στο sectoral target-setting. Από τις 36 τράπεζες, οι 29 διαθέτουν τουλάχιστον έναν sectoral decarbonisation target. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας πραγματοποιήθηκε το 2022 και το 2023, αμέσως μετά την COP26 και την ίδρυση της Net Zero Banking Alliance. Συνολικά, 64% όλων των στόχων για το 2030 τέθηκαν σε αυτά τα δύο χρόνια, ενώ στη συνέχεια ο ρυθμός μειώθηκε απότομα.
Καμία από τις 28 τράπεζες που αξιολογήθηκαν τόσο το 2025 όσο και το 2026 δεν έθεσε νέο βραχυπρόθεσμο sectoral target μέσα στο 2026. Πέντε τράπεζες έχουν αντιθέτως αποσύρει συνολικά δέκα στόχους. Η Wells Fargo είχε ήδη ακυρώσει όλους τους sectoral targets της το 2025, ενώ το 2026 ακολούθησαν η Royal Bank of Canada και η Scotiabank. ING, HSBC και Santander έχουν επίσης καταργήσει επιμέρους κλαδικούς στόχους.
Οι περισσότερες δεσμεύσεις επικεντρώνονται σε τέσσερις κλάδους: ηλεκτροπαραγωγή, αυτοκινητοβιομηχανία, πετρέλαιο και φυσικό αέριο και χάλυβα. Αντίθετα, περιορισμένοι είναι οι στόχοι για chemicals, diversified mining, food και metallurgical coal. Επιπλέον, οι περισσότεροι targets αφορούν corporate lending και project finance, ενώ πολύ μικρότερο ποσοστό καλύπτει debt and equity facilitation ή εισηγμένα χρεόγραφα και μετοχές.
Μόλις 10% των πιθανών pathways είναι ευθυγραμμισμένο
Το ακόμη πιο δύσκολο εύρημα αφορά όχι την ύπαρξη στόχων, αλλά την ποιότητά τους. Το 2026 μόλις 10% όλων των πιθανών sectoral pathways των τραπεζών ευθυγραμμίζεται με τα low-carbon benchmarks του TPI, έναντι 12% το 2024. Η επιδείνωση οφείλεται κυρίως σε αποσύρσεις στόχων, σε revisions προς λιγότερο φιλόδοξα outcomes και σε αλλαγές στα reference scenarios ή στις μεθοδολογίες.
Οι επιδόσεις διαφέρουν έντονα ανά κλάδο. Στο thermal coal mining, 71% των αξιολογήσιμων pathways είναι ευθυγραμμισμένο με low-carbon benchmarks, ενώ στο cement το ποσοστό πέφτει στο 33% και στο aluminium στο 25%. Για την ηλεκτροπαραγωγή η ευθυγράμμιση φθάνει το 90% έναντι global benchmarks, αλλά μειώνεται δραματικά στο 21% όταν χρησιμοποιούνται regional benchmarks, κάτι που σύμφωνα με το TPI υποδηλώνει ότι τα παγκόσμια benchmarks μπορεί να υπερεκτιμούν τον πραγματικό βαθμό ευθυγράμμισης των power portfolios.
Climate risk στα reports, αλλά όχι πάντα στους αριθμούς
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της έκθεσης αφορά τη σχέση μεταξύ climate disclosure και οικονομικών καταστάσεων. Από τις 36 τράπεζες, 30 αναγνωρίζουν το climate-related risk ως βασικό κίνδυνο στα annual reports τους, αλλά μόλις 20 κάνουν οποιαδήποτε αναφορά σε αυτό στις οικονομικές καταστάσεις. Ακόμη λιγότερες, μόλις επτά – όλες ευρωπαϊκές – δημοσιοποιούν τις συγκεκριμένες λογιστικές παραδοχές και κρίσεις με τις οποίες ποσοτικοποιούν τις κλιματικές επιπτώσεις.
Η βασική πύλη μέσα από την οποία το climate risk περνά στους ισολογισμούς είναι το expected credit loss του IFRS 9. Από τις 20 τράπεζες που κάνουν σχετική αναφορά στις financial statements, οι 19 ενσωματώνουν το κλιματικό ρίσκο στον υπολογισμό των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών. Οι 15 πραγματοποιούν in-model adjustments σε παραμέτρους όπως probability of default και loss given default ή σε macroeconomic inputs, ενώ πέντε χρησιμοποιούν management overlays και δύο συνδυάζουν τις δύο προσεγγίσεις.
Το διάγραμμα στη σελίδα 20 δείχνει τη βασική λογιστική μετάδοση: το Expected Credit Loss προκύπτει από PD, Exposure at Default και LGD, με το climate risk να μπορεί να επηρεάσει, για παράδειγμα, την πιθανότητα χρεοκοπίας μιας επιχείρησης ή την αξία ενός ακινήτου που λειτουργεί ως collateral.
Η έκθεση καταγράφει όμως σημαντικό χρονικό χάσμα στην αντίληψη του κινδύνου. Βραχυπρόθεσμα, εννέα τράπεζες δηλώνουν ότι η κλιματική αλλαγή δεν έχει material effect στις δραστηριότητές τους και άλλες 11 δεν καταλήγουν σε σαφές συμπέρασμα. Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, αντίθετα, καμία τράπεζα δεν υποστηρίζει ότι το climate risk είναι μη ουσιώδες.
Από τη μεγάλη κινητοποίηση του 2021 στην επιβράδυνση
Το βασικό μήνυμα του State of the Banking Transition 2026 είναι ότι η δυναμική που δημιουργήθηκε μετά την COP26 δεν συνεχίστηκε με τον ίδιο ρυθμό. Η δημιουργία της GFANZ και της Net Zero Banking Alliance είχε οδηγήσει σε κύμα commitments και targets, αλλά η περίοδος 2024–2026 χαρακτηρίζεται περισσότερο από στασιμότητα και σε ορισμένες περιπτώσεις από retreat.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι τράπεζες κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση ούτε ότι οι επιδόσεις τους μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στις ίδιες τις διοικήσεις. Η έκθεση δείχνει καθαρά ότι ρυθμιστικό περιβάλλον, πολιτική πίεση και εποπτικές απαιτήσεις επηρεάζουν αισθητά το επίπεδο των commitments και των disclosures. Παρ' όλα αυτά, το συνολικό αποτέλεσμα είναι δύσκολο να αγνοηθεί: περισσότερο από δέκα χρόνια μετά τη Συμφωνία του Παρισιού, η τραπεζική μετάβαση παραμένει περιορισμένη και οι ενδείξεις του 2026 παραπέμπουν περισσότερο σε απώλεια ορμής παρά σε επιτάχυνση.
Η έκθεση State of the Banking Transition 2026 του LSE/TPI δείχνει υποχώρηση net-zero commitments, λιγότερους sectoral targets και περιορισμένη ενσωμάτωση climate risk στους τραπεζικούς ισολογισμούς.