Η κλιματική αλλαγή και η νομισματική πολιτική βρίσκονται ολοένα και συχνότερα σε τροχιά σύγκρουσης. Από τη μία πλευρά, η Ευρώπη βιώνει ολοένα συχνότερους και εντονότερους καύσωνες, ενώ η ενεργειακή εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα εξακολουθεί να προκαλεί έντονες οικονομικές αναταράξεις. Από την άλλη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), προκειμένου να συγκρατήσει τον πληθωρισμό, διατηρεί υψηλά επιτόκια, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης των επενδύσεων που απαιτούνται για την πράσινη μετάβαση.
.
Το ζήτημα επανέρχεται στο προσκήνιο ενόψει της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ στις 23 Ιουλίου, καθώς οικονομολόγοι και ειδικοί στη βιώσιμη χρηματοδότηση υποστηρίζουν ότι η κεντρική τράπεζα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα εργαλείο που εφαρμόζεται ήδη σε άλλες οικονομίες: ένα χαμηλότερο επιτόκιο αποκλειστικά για επενδύσεις που συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Τα υψηλά επιτόκια επιβραδύνουν την πράσινη μετάβαση
Η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί τεράστιες επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ηλεκτρικά δίκτυα, βιομηχανία, μεταφορές και γεωργία.
Ωστόσο, όσο αυξάνεται το κόστος δανεισμού, τόσο δυσκολότερη γίνεται η χρηματοδότηση αυτών των έργων.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο από ερευνητές των πανεπιστημίων Μάαστριχτ και Ουτρέχτης κατέδειξε ότι κάθε αύξηση των επιτοκίων κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες συνδέεται με μείωση κατά 3,2% της εγκατεστημένης ισχύος νέων χερσαίων αιολικών πάρκων και κατά 5,3% των νέων φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων.
Αντίθετα, οι επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα, καθώς και σε υδροηλεκτρική και πυρηνική ενέργεια, εμφανίζονται πολύ λιγότερο ευαίσθητες στις μεταβολές των επιτοκίων.
Το παράδειγμα της Κίνας
Η ιδέα ενός ειδικού «πράσινου επιτοκίου» δεν είναι καινούργια.
Η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας εφαρμόζει από το 2021 πρόγραμμα χαμηλότοκης αναχρηματοδότησης για τράπεζες που χορηγούν δάνεια σε έργα πράσινης μετάβασης.
Σήμερα, οι τράπεζες μπορούν να αντλούν κεφάλαια με επιτόκιο 1,25% για πράσινα δάνεια, όταν το αντίστοιχο επιτόκιο για την υπόλοιπη οικονομία ανέρχεται στο 3%.
Μέχρι το τέλος του 2024, το πρόγραμμα είχε στηρίξει δάνεια συνολικού ύψους σχεδόν 60 δισ. ευρώ.
Ανάλογο, αν και πολύ πιο περιορισμένο, μηχανισμό διαθέτει και η Τράπεζα της Ιαπωνίας, η οποία παρέχει μικρή έκπτωση επιτοκίου για πράσινη χρηματοδότηση.
Η ΕΚΤ λέει «όχι»
Παρά το γεγονός ότι η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ έχει αναδείξει επανειλημμένα την κλιματική αλλαγή ως στρατηγική προτεραιότητα, η Φρανκφούρτη απορρίπτει μέχρι στιγμής την υιοθέτηση αντίστοιχου μηχανισμού.
Η ΕΚΤ έχει ήδη ενσωματώσει την κλιματική διάσταση στην εποπτεία του τραπεζικού συστήματος. Οι τράπεζες καλούνται να αξιολογούν τους κλιματικούς κινδύνους στα χαρτοφυλάκιά τους, οι μακροοικονομικές προβλέψεις λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, ενώ τα περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται ως εγγυήσεις υπόκεινται σε δυσμενέστερη μεταχείριση όταν σχετίζονται με επιχειρήσεις υψηλών εκπομπών.
Ωστόσο, όταν τίθεται το ζήτημα διαφοροποιημένου επιτοκίου για πράσινες επενδύσεις, η απάντηση παραμένει αρνητική.
Σύμφωνα με μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, η ταυτόχρονη αύξηση των γενικών επιτοκίων και η μείωση του κόστους δανεισμού για μία συγκεκριμένη κατηγορία επενδύσεων θα ισοδυναμούσε με άσκηση αντίθετων πολιτικών την ίδια στιγμή.
Οι οικονομολόγοι διαφωνούν
Η επιχειρηματολογία αυτή δεν πείθει αρκετούς οικονομολόγους.
Ο καθηγητής της Paris School of Economics Eric Monnet, ένας από τους συντάκτες σχετικής μελέτης για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, υποστηρίζει ότι ακριβώς όταν η περιοριστική νομισματική πολιτική πλήττει δυσανάλογα τις πράσινες επενδύσεις, θα έπρεπε να ενεργοποιείται ένας μηχανισμός αντιστάθμισης.
Όπως επισημαίνει, δεν υπάρχει τεχνικό εμπόδιο για την εφαρμογή ενός τέτοιου εργαλείου.
Η εμπειρία των TLTRO
Μάλιστα, η ίδια η ΕΚΤ έχει χρησιμοποιήσει στο παρελθόν αντίστοιχους μηχανισμούς.
Μεταξύ 2014 και 2021, μέσω των προγραμμάτων TLTRO (Targeted Longer-Term Refinancing Operations), παρείχε στις τράπεζες χρηματοδότηση με επιτόκιο έως και 0,5 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από το βασικό επιτόκιο, υπό την προϋπόθεση ότι θα αύξαναν τη χορήγηση δανείων προς την πραγματική οικονομία.
Ανάλογες πρακτικές είχαν εφαρμοστεί και πριν από τη δημιουργία του ευρώ, όταν η Τράπεζα της Γαλλίας παρείχε προνομιακή χρηματοδότηση για την ενίσχυση των εξαγωγών.
Θα μπορούσαν να επιστρέψουν τα «πράσινα TLTRO»;
Στο εσωτερικό της ΕΚΤ υπάρχουν πλέον στελέχη που θεωρούν ότι, εφόσον η κεντρική τράπεζα επανεκκινήσει στο μέλλον προγράμματα μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης της οικονομίας, θα μπορούσε να προβλέψει ευνοϊκότερους όρους αποκλειστικά για επενδύσεις που στηρίζουν την ενεργειακή μετάβαση.
Θετικός εμφανίστηκε πρόσφατα και ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Emmanuel Moulin, επισημαίνοντας ότι, εάν η ΕΚΤ επαναφέρει αντίστοιχα προγράμματα, θα μπορούσε να εξεταστεί διαφοροποίηση των επιτοκίων υπέρ των πράσινων περιουσιακών στοιχείων.
Προς το παρόν, όμως, μια τέτοια προοπτική παραμένει μακρινή. Η ΕΚΤ εξακολουθεί να δίνει προτεραιότητα στη συγκράτηση του πληθωρισμού μέσω περιοριστικής νομισματικής πολιτικής, ακόμη κι αν αυτό αυξάνει το κόστος των επενδύσεων που θεωρούνται κρίσιμες για την επίτευξη των κλιματικών στόχων της Ευρώπης.
Πηγή: Le Monde.
Ενώ η Κίνα και η Ιαπωνία χρησιμοποιούν προνομιακή χρηματοδότηση για να επιταχύνουν την πράσινη μετάβαση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εξακολουθεί να απορρίπτει τη δημιουργία ειδικού χαμηλότερου επιτοκίου.