Η βιώσιμη επένδυση εξακολουθεί να κερδίζει έδαφος στα χαρτοφυλάκια των θεσμικών επενδυτών, αν και οι προσδοκίες για τον ρυθμό αύξησης των τοποθετήσεων έχουν γίνει πιο συγκρατημένες.
.
Η νέα έκδοση της έρευνας Sustainable Signals: Institutional Investors 2026 του Morgan Stanley Institute for Sustainable Investing βασίζεται σε απαντήσεις 600 ιδιοκτητών κεφαλαίων και 300 διαχειριστών από τη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη και την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τις 24 Αυγούστου έως την 1η Οκτωβρίου 2026.
Το βασικό εύρημα είναι ότι η πρόθεση για αύξηση των βιώσιμων επενδύσεων παραμένει ισχυρή. Το 82% των asset owners και το 85% των asset managers αναμένουν ότι θα αυξήσουν το ποσοστό των κεφαλαίων που κατευθύνεται σε βιώσιμες στρατηγικές μέσα στην επόμενη διετία. Ωστόσο, μόνο το 2% των ιδιοκτητών κεφαλαίων και το 4% των διαχειριστών περιμένουν αύξηση μεγαλύτερη από 10 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι περίπου ενός πέμπτου των συμμετεχόντων το 2025.
Η Ευρώπη παραμένει μπροστά
Οι υψηλότερες προσδοκίες καταγράφονται στην Ευρώπη, όπου το 93% των ερωτηθέντων αναμένει αύξηση των βιώσιμων τοποθετήσεων. Το αντίστοιχο ποσοστό είναι 80% στην Ασία-Ειρηνικό και 77% στη Βόρεια Αμερική.
Οι βασικοί λόγοι για την αύξηση των τοποθετήσεων είναι πλέον περισσότερο επενδυτικοί παρά επικοινωνιακοί. Για τους ιδιοκτήτες κεφαλαίων, η σημαντικότερη αιτία είναι η πρόσβαση σε ευκαιρίες ανάπτυξης, με ποσοστό 27%, ενώ ακολουθεί η αυξανόμενη οικονομική σημασία των κινδύνων που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα.
Για τους διαχειριστές κεφαλαίων, το 75% εκτιμά ότι η μελλοντική ανάπτυξη θα προέλθει κυρίως από υφιστάμενους πελάτες που θα αυξήσουν τις τοποθετήσεις τους, πολύ περισσότερο από νέους πελάτες που θα μπουν για πρώτη φορά στην αγορά.
Η κλιματική προσαρμογή περνά στην πρώτη θέση
Η σημαντικότερη μεταβολή αφορά τις επενδυτικές προτεραιότητες. Το 59% των θεσμικών επενδυτών δηλώνει ότι επιδιώκει να αντιμετωπίσει μέσω των επενδύσεών του την κλιματική προσαρμογή και ανθεκτικότητα, ποσοστό υψηλότερο από το 52% που δίνει προτεραιότητα στον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής. Στην Ευρώπη το ποσοστό για την προσαρμογή φθάνει το 65%.
Η τάση δείχνει ότι το ενδιαφέρον μετακινείται σταδιακά από τη μείωση των εκπομπών και μόνο προς την προστασία περιουσιακών στοιχείων και οικονομιών από τις ήδη ορατές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Στις επενδύσεις προσαρμογής που σχεδιάζονται για τα επόμενα ένα έως τρία χρόνια, πρώτη προτεραιότητα αποτελούν τα εργαλεία δεδομένων και ανάλυσης, τα οποία επιλέγει το 81% των ερωτηθέντων. Ακολουθούν ο εκσυγχρονισμός των ηλεκτρικών δικτύων με 73% και οι υποδομές νερού με 56%. Ασφαλιστικά εργαλεία για φυσικούς κινδύνους επιλέγει το 46%, ενώ από 43% συγκεντρώνουν η αντιπλημμυρική και παράκτια προστασία και η ανθεκτικότητα της γεωργίας. Η προστασία από την αστική ζέστη και οι υποδομές ψύξης βρίσκονται στο 41%.
Σχεδόν 9 στους 10 δυσκολεύονται να αποτιμήσουν τον φυσικό κλιματικό κίνδυνο
Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές δηλώνουν ότι δυσκολεύονται περισσότερο να υπολογίσουν τις πραγματικές οικονομικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Σχεδόν το 88% θεωρεί δύσκολη την αξιολόγηση των μακροπρόθεσμων φυσικών επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στα χαρτοφυλάκια, έναντι 66% το 2025. Το βασικότερο εμπόδιο είναι η πρόσβαση σε αξιόπιστα δεδομένα σε τοπικό επίπεδο, που αναφέρεται από το 48% ως η μεγαλύτερη δυσκολία. Ακολουθούν η αβεβαιότητα των κλιματικών μοντέλων με 19% και η έλλειψη εσωτερικής τεχνογνωσίας και εργαλείων με 18%.
Παρά τη δυσκολία, η μεγάλη πλειονότητα περιμένει ότι οι φυσικοί κλιματικοί κίνδυνοι θα επηρεάσουν τις αποτιμήσεις των περιουσιακών στοιχείων μέσα στην επόμενη πενταετία. Το 33% αναμένει σημαντικές επιπτώσεις σε ολόκληρη την αγορά και ακόμη 39% μεγάλες επιπτώσεις σε πιο περιορισμένο αριθμό περιουσιακών στοιχείων.
Τα δεδομένα γίνονται η μεγαλύτερη ανησυχία
Ενώ αρκετές από τις παλαιότερες ανησυχίες γύρω από τις βιώσιμες επενδύσεις υποχωρούν, ένα πρόβλημα γίνεται εντονότερο: η ποιότητα των δεδομένων. Το 64% των ερωτηθέντων χαρακτηρίζει τη διαθεσιμότητα και τη συνέπεια των δεδομένων ως πολύ σημαντική ανησυχία, από 47% το 2025. Αντίθετα, οι φόβοι για greenwashing, αποκλίσεις απόδοσης, κανονιστικές απαιτήσεις και υψηλό βάρος δημοσιοποιήσεων εμφανίζονται αισθητά μειωμένοι σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Συνολικά, το ποσοστό όσων χαρακτηρίζουν τις επιμέρους ανησυχίες «πολύ σημαντικές» μειώθηκε κατά μέσο όρο στο 27%, από 38% το 2025. Η τάση αυτή δεν είναι όμως ίδια παντού. Στην Ευρώπη, το 69% θεωρεί την ποιότητα των δεδομένων πολύ σημαντικό πρόβλημα, αυξημένο κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε ένα χρόνο.
Η βιωσιμότητα παραμένει εργαλείο διαχείρισης κινδύνου
Περισσότερο από το 90% των ιδιοκτητών και διαχειριστών κεφαλαίων θεωρεί ότι η βιωσιμότητα αποτελεί σημαντικό στοιχείο στη διαχείριση του επενδυτικού κινδύνου.
Παράλληλα, τα δύο τρίτα των ιδιοκτητών κεφαλαίων και σχεδόν τα τρία τέταρτα των διαχειριστών αναφέρουν τη μείωση του κινδύνου του χαρτοφυλακίου ως έναν από τους λόγους για τους οποίους εφαρμόζουν βιώσιμες επενδυτικές στρατηγικές.
Η βιωσιμότητα λειτουργεί και ως κριτήριο επιλογής διαχειριστών. Πάνω από το 90% θεωρεί τις βιώσιμες επενδυτικές δυνατότητες σημαντικό στοιχείο για την ανάθεση ή διατήρηση επενδυτικών εντολών, ενώ περισσότερο από το 80% των ιδιοκτητών κεφαλαίων απαιτεί από τους εξωτερικούς διαχειριστές να διαθέτουν σχετική πολιτική ή στρατηγική.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπαίνει στην ατζέντα της βιωσιμότητας
Ένα ακόμη εύρημα της έρευνας αφορά την υπεύθυνη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης. Τα δύο τρίτα των θεσμικών επενδυτών, ή 66%, θεωρούν πλέον την υπεύθυνη τεχνητή νοημοσύνη μέρος της στρατηγικής βιώσιμων επενδύσεων. Το ποσοστό φθάνει το 72% στην Ευρώπη, έναντι 66% στην Ασία-Ειρηνικό και 59% στη Βόρεια Αμερική.
Για τη συντριπτική πλειονότητα, πάντως, η τεχνητή νοημοσύνη δεν αποτελεί αυτόνομη επενδυτική θεματική αλλά συνδέεται με ευρύτερα ζητήματα βιωσιμότητας. Η μεγαλύτερη προσοχή στρέφεται στην εταιρική διακυβέρνηση. Μεταξύ όσων εντάσσουν την υπεύθυνη τεχνητή νοημοσύνη στη στρατηγική τους, το 61% επικεντρώνεται κυρίως σε θέματα όπως η εποπτεία από τα διοικητικά συμβούλια, η επάρκεια των στελεχών, οι εταιρικές πολιτικές και η κυβερνοασφάλεια.
Μικρότερο ποσοστό εξετάζει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, όπως οι εκπομπές και η κατανάλωση νερού, καθώς και τις επιπτώσεις των κέντρων δεδομένων στις τοπικές κοινότητες.
Από τις εξαιρέσεις στον διάλογο με τις εταιρείες
Η έρευνα δείχνει επίσης ότι οι θεσμικοί επενδυτές δεν περιορίζονται σε απλούς αποκλεισμούς εταιρειών. Το 75% όσων ακολουθούν ευρεία προσέγγιση στη βιωσιμότητα ενσωματώνουν παράγοντες ESG στην επενδυτική ανάλυση, ενώ το 91% συνδυάζει τις επενδυτικές αποφάσεις με κάποια μορφή ενεργού διαλόγου ή παρέμβασης.
Οι επενδυτές φαίνεται μάλιστα να προτιμούν λιγότερες αλλά βαθύτερες παρεμβάσεις. Το 58% των ιδιοκτητών κεφαλαίων και το 61% των διαχειριστών δηλώνουν ότι αφιερώνουν περισσότερο χρόνο σε έναν μικρότερο αριθμό εταιρειών, επιδιώκοντας πιο ουσιαστική επιρροή. Η ιδιωτική, άμεση επικοινωνία με τη διοίκηση θεωρείται η αποτελεσματικότερη μορφή παρέμβασης.
Η εικόνα που προκύπτει από την έρευνα της Morgan Stanley είναι λιγότερο αυτή μιας αγοράς που απομακρύνεται από τη βιωσιμότητα και περισσότερο μιας αγοράς που αλλάζει προτεραιότητες. Οι θεσμικοί επενδυτές εξακολουθούν να αυξάνουν τις τοποθετήσεις τους, αλλά δίνουν μεγαλύτερο βάρος σε ζητήματα με άμεση οικονομική σημασία: φυσικούς κλιματικούς κινδύνους, υποδομές προσαρμογής, ποιότητα δεδομένων, διαχείριση κινδύνου και εταιρική διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης.
Πηγή: Morgan Stanley Institute for Sustainable Investing, Sustainable Signals: Institutional Investors 2026.
Η Morgan Stanley καταγράφει ισχυρή πρόθεση αύξησης των βιώσιμων επενδύσεων, με την κλιματική προσαρμογή να γίνεται η κορυφαία θεματική και τα δεδομένα η βασική ανησυχία.