Η κλιματική αλλαγή αρχίζει να επηρεάζει ακόμη και έναν από τους πιο σταθερούς μηχανισμούς πάνω στους οποίους έχει οικοδομηθεί η παγκόσμια βιομηχανία της μόδας: το ημερολόγιο των εποχών.
.
Στην Paris Fashion Week, όπου παρουσιάζονταν οι συλλογές για την άνοιξη και το καλοκαίρι, η θερμοκρασία έφθασε τους 28 βαθμούς Κελσίου. Αντί για παλτά και φθινοπωρινά σύνολα, πολλοί από τους καλεσμένους εμφανίστηκαν με αμάνικα ρούχα, μίνι φούστες και γενικότερα καλοκαιρινές επιλογές.
Η εικόνα αποτύπωνε ένα πρόβλημα που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για luxury brands και retailers: οι παρατεταμένες περίοδοι ζέστης καθυστερούν την έναρξη της ζήτησης για φθινοπωρινά και χειμερινά προϊόντα, αυξάνοντας τον κίνδυνο συσσώρευσης αποθεμάτων και εκπτώσεων.
«Ολόκληρη η βιομηχανία πρέπει να αντιληφθεί ότι, με την κλιματική αλλαγή και τις υψηλότερες θερμοκρασίες, η περίοδος πώλησης των παλτών μετακινείται αργότερα», ανέφερε στο Reuters ο σύμβουλος λιανικής Pau Almar, ο οποίος έχει εργαστεί για περίπου μία δεκαετία στη Zara.
Όταν το fashion calendar δεν συμβαδίζει με τον καιρό
Για δεκαετίες, η εμπορική λειτουργία της μόδας στηριζόταν σε ένα σχετικά προβλέψιμο εποχικό μοντέλο. Οι φθινοπωρινές συλλογές έφθαναν στα καταστήματα καθώς οι θερμοκρασίες υποχωρούσαν, δίνοντας τη θέση τους σε παλτά, πλεκτά και άλλα προϊόντα για τον χειμώνα.
Η μεγαλύτερη διάρκεια των θερμών περιόδων διαταράσσει αυτή τη σχέση. Χαρακτηριστική ήταν η αντίθεση στους δρόμους του Παρισιού: διαφημιστικές αφίσες της Saint Laurent παρουσίαζαν μοντέλο με βαρύ γούνινο παλτό, την ώρα που τουρίστες κυκλοφορούσαν με T-shirts και σορτς.
Παρόμοια ήταν η εικόνα και στις πασαρέλες. Στο show της Louis Vuitton, τα παλτά ήταν αισθητά λιγότερα μεταξύ των καλεσμένων, ενώ στην επίδειξη της Dior στους Κήπους του Κεραμεικού οι υψηλές θερμοκρασίες δημιούργησαν δυσφορία σε όσους είχαν επιλέξει φθινοπωρινά ρούχα, παρά τους ανεμιστήρες που είχαν τοποθετηθεί στον χώρο.
Η Louis Vuitton προσαρμόζει τα σχέδια στη ζέστη
Η κλιματική μεταβολή δεν επηρεάζει μόνο το retail. Αρχίζει να περνά και στον ίδιο τον σχεδιασμό των συλλογών.
Ο Nicolas Ghesquière, καλλιτεχνικός διευθυντής γυναικείων συλλογών της Louis Vuitton, ανέφερε ότι οι θερμικές συνθήκες και οι πρόσφατοι ευρωπαϊκοί καύσωνες είχαν «ισχυρή επιρροή» στη νέα του συλλογή.
Στην πασαρέλα κυριάρχησαν λεπτότερα υφάσματα και πιο αέρινες κατασκευές, με τον σχεδιαστή να περιγράφει την προσέγγιση ως προσπάθεια δημιουργίας ρούχων που λειτουργούν σχεδόν σαν «δεύτερο δέρμα».
Η αλλαγή δείχνει πώς το physical climate risk μπορεί να μεταφερθεί από τον αγροτικό τομέα και την παραγωγή πρώτων υλών έως τον σχεδιασμό του τελικού προϊόντος.
Για τη μόδα, αυτό σημαίνει ότι η κλιματική προσαρμογή δεν αφορά πλέον μόνο την ανθεκτικότητα των supply chains ή την απανθρακοποίηση της παραγωγής. Αφορά και το αν το προϊόν που φτάνει στο κατάστημα ανταποκρίνεται στις πραγματικές καιρικές συνθήκες.
Ο κίνδυνος για τα περιθώρια κέρδους
Για τους retailers, η οικονομική διάσταση μπορεί να είναι ακόμη σημαντικότερη.
Τα βαριά πανωφόρια είναι συνήθως προϊόντα υψηλότερης αξίας και μεγαλύτερου περιθωρίου κέρδους από τα ελαφρύτερα ρούχα. Εάν η ζήτηση μετατίθεται αργότερα μέσα στη σεζόν, οι επιχειρήσεις έχουν μικρότερο χρονικό παράθυρο για να τα πουλήσουν σε πλήρη τιμή.
Ένας καθυστερημένος χειμώνας δημιουργεί επίσης έναν δεύτερο κίνδυνο: οι καταναλωτές μπορεί να περιμένουν μέχρι τις προσφορές της Black Friday στα τέλη Νοεμβρίου για να αγοράσουν το παλτό ή το χειμερινό ένδυμα που προηγουμένως θα αγόραζαν νωρίτερα μέσα στο φθινόπωρο.
Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες εκπτώσεις, μεγαλύτερα αποθέματα και πίεση στα margins.
Η προσαρμογή, σύμφωνα με τον Almar, μπορεί να οδηγήσει τα καταστήματα σε λιγότερα βαριά παλτά και περισσότερα transitional layers — ενδύματα δηλαδή που μπορούν να φορεθούν σε μεγαλύτερο εύρος θερμοκρασιών.
Το climate risk γίνεται inventory risk
Για τη βιομηχανία μόδας, το ζήτημα αναδεικνύει μια συχνά λιγότερο ορατή οικονομική συνέπεια της κλιματικής αλλαγής.
Η άνοδος της θερμοκρασίας δεν προκαλεί μόνο ζημιές από καύσωνες, πλημμύρες ή ξηρασίες. Μπορεί να αλλάξει και τα πρότυπα κατανάλωσης, δημιουργώντας inventory risk, pricing risk και αλλαγές στην εποχική ζήτηση.
Οι εταιρείες μόδας πρέπει επομένως να προβλέπουν όχι μόνο τι θα θέλει να φορέσει ο καταναλωτής, αλλά και τι θα του επιτρέπει να φορέσει ο καιρός όταν το προϊόν φθάσει στα καταστήματα.
Η απόκλιση αυτή μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη την αλυσίδα: από τον σχεδιασμό και τις παραγγελίες υφασμάτων έως την παραγωγή, τα logistics, την κατανομή αποθεμάτων ανά αγορά και την πολιτική εκπτώσεων.
Και όσο οι παραδοσιακές εποχές γίνονται λιγότερο προβλέψιμες, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν τα δεδομένα καιρού, η ευελιξία της παραγωγής και η δυνατότητα ταχύτερης προσαρμογής των collections.
Στην Paris Fashion Week, οι αδελφές και fashion influencers Snehal και Jyoti Babani συνόψισαν τη νέα πραγματικότητα: ο καιρός, και όχι το ημερολόγιο της μόδας, καθόρισε τελικά τι θα φορούσαν.
Για τη βιομηχανία, αυτή η φαινομενικά μικρή αλλαγή μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερες συνέπειες. Καθώς τα όρια μεταξύ άνοιξης, καλοκαιριού, φθινοπώρου και χειμώνα γίνονται λιγότερο καθαρά, το παραδοσιακό επιχειρηματικό μοντέλο της εποχικής μόδας αρχίζει επίσης να χρειάζεται προσαρμογή.
Τα θερμότερα φθινόπωρα καθυστερούν τις πωλήσεις παλτών και χειμερινών ρούχων, πιέζοντας brands και retailers να αλλάξουν συλλογές, αποθέματα και εποχικότητα.