Η Ισπανία πιέζει την Ευρωπαϊκή Ένωση να δημιουργήσει μόνιμο μηχανισμό φορολόγησης των κερδών των εταιρειών πετρελαίου και φυσικού αερίου, με στόχο τα έσοδα να κατευθύνονται στη χρηματοδότηση μέτρων προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και ενίσχυσης της ανθεκτικότητας απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα.
.
Η πρόταση έρχεται μετά από ένα καλοκαίρι έντονων κλιματικών πιέσεων στη δυτική Ευρώπη, με παρατεταμένη ξηρασία, πολύ υψηλές θερμοκρασίες και εκτεταμένες πυρκαγιές να αυξάνουν το οικονομικό κόστος για κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και τοπικές κοινωνίες.
Η υπουργός Οικολογικής Μετάβασης και τρίτη αντιπρόεδρος της ισπανικής κυβέρνησης, Sara Aagesen Muñoz, έχει καλέσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προχωρήσει στη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού climate adaptation fund. Η χρηματοδότησή του θα μπορούσε, σύμφωνα με την ισπανική πρόταση, να βασιστεί τόσο σε μια μόνιμη εισφορά στα κέρδη των πετρελαϊκών και εταιρειών φυσικού αερίου όσο και στην έκδοση νέου κοινού ευρωπαϊκού χρέους.
Οι προτάσεις περιλαμβάνονται σε επιστολή και policy paper που απευθύνονται στον επίτροπο Κλίματος της ΕΕ Wopke Hoekstra, ο οποίος αναμένεται να παρουσιάσει νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για την κλιματική προσαρμογή και ανθεκτικότητα μέσα στο φθινόπωρο.
Η ισπανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα πρόσφατα ακραία καιρικά φαινόμενα έχουν καταστήσει σαφές πως πολλά κράτη-μέλη της ΕΕ είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένα στους κλιματικούς κινδύνους και ότι η Ευρώπη χρειάζεται πιο συντονισμένους μηχανισμούς πρόληψης, χρηματοδότησης και αντιμετώπισης.
Σύμφωνα με την Aagesen Muñoz, η ευρωπαϊκή στρατηγική θα πρέπει να επιτρέψει στην ΕΕ να προβλέπει καλύτερα τους κλιματικούς κινδύνους, να αντιδρά συλλογικά και να κινητοποιεί τους απαραίτητους πόρους για επενδύσεις σε ανθεκτικές υποδομές και μηχανισμούς προστασίας.
Η οικονομική διάσταση της κλιματικής αλλαγής αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα. Η Ισπανία επικαλείται εκτιμήσεις της Triodos Bank σύμφωνα με τις οποίες η ακραία ζέστη θα μπορούσε να μειώσει το ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά περίπου 1% το 2026 και κατά περίπου 2,3% έως το 2050.
Ιδιαίτερα ευάλωτη εμφανίζεται η νότια Ευρώπη, με χώρες όπως η Ισπανία, η Γαλλία και η Πορτογαλία να αντιμετωπίζουν μέσα στο 2026 έντονα κύματα καύσωνα, ελλείψεις νερού και μεγάλες δασικές πυρκαγιές.
Το συνολικό οικονομικό κόστος της καλοκαιρινής ξηρασίας στην Ευρώπη εκτιμάται από οικονομολόγους σε τουλάχιστον 50 δισ. ευρώ, ενώ ορισμένες εκτιμήσεις ανεβάζουν τις απώλειες ακόμη και στα 180 δισ. ευρώ.
Η κλίμακα των ζημιών ενισχύει την πίεση προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να περάσουν από μια λογική αποκατάστασης μετά από κάθε καταστροφή σε μια περισσότερο προληπτική προσέγγιση.
Όπως υπογραμμίζει η ισπανική πλευρά, η μέχρι σήμερα αντιμετώπιση της κλιματικής ευπάθειας κυρίως μετά την εκδήλωση ακραίων φαινομένων δεν θεωρείται πλέον οικονομικά βιώσιμη.
Η Μαδρίτη ζητά επίσης οι κλιματικοί κίνδυνοι να ενσωματώνονται εξαρχής στον σχεδιασμό των υποδομών, ώστε νέα έργα να είναι ανθεκτικότερα σε υψηλότερες θερμοκρασίες, πλημμύρες, πυρκαγιές και άλλες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.
Παράλληλα, στηρίζει τα υφιστάμενα σχέδια για ενίσχυση των κοινών ευρωπαϊκών μέσων αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών, μεταξύ των οποίων η αύξηση του στόλου πυροσβεστικών αεροσκαφών και άλλων στρατηγικών αποθεμάτων της ΕΕ.
Η πρόταση της Ισπανίας για φορολόγηση των κερδών των εταιρειών ορυκτών καυσίμων δεν είναι μεμονωμένη. Οι υπουργοί Οικονομικών της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Ιταλίας, της Πορτογαλίας, της Πολωνίας και της Ισπανίας έχουν επίσης ζητήσει τη δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού windfall tax στα κέρδη του πετρελαϊκού και αερίου τομέα.
Το θέμα αναμένεται να συζητηθεί σε άτυπη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών στις 18 και 19 Σεπτεμβρίου στο Δουβλίνο.
Μέχρι στιγμής, πάντως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει απορρίψει τις πιέσεις για νέο ενιαίο ευρωπαϊκό φόρο στα έκτακτα κέρδη των ενεργειακών εταιρειών, παρά το γεγονός ότι είχε προχωρήσει σε αντίστοιχα μέτρα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Οι Βρυξέλλες έχουν επισημάνει ότι τα κράτη-μέλη μπορούν να θεσπίσουν δικά τους εθνικά σχήματα εφόσον το επιθυμούν.
Η Πορτογαλία έχει ήδη κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, εισάγοντας φόρο 33% στα έκτακτα κέρδη που πραγματοποιήθηκαν μέσα στο 2026.
Από την άλλη πλευρά, οι μεγάλες εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου αντιδρούν έντονα στην προοπτική νέων φόρων.
Ο CEO της ExxonMobil Darren Woods έχει υποστηρίξει ότι η Ευρώπη έχει ήδη μειώσει την παραγωγική της ικανότητα στον πετρελαϊκό και διυλιστικό τομέα, με αποτέλεσμα να είναι περισσότερο ευάλωτη σε ελλείψεις και απότομες αυξήσεις τιμών.
Κατά τον ίδιο, η επιβολή νέων φόρων στις εταιρείες που συνεχίζουν να προμηθεύουν την ευρωπαϊκή αγορά θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά για νέες επενδύσεις στην περιοχή.
Αντίστοιχα, η CEO της BP Meg O’Neill έχει χαρακτηρίσει τις νέες έκτακτες φορολογικές επιβαρύνσεις λανθασμένη απάντηση στην ενεργειακή κρίση, ενώ ο Patrick Pouyanné της TotalEnergies έχει επίσης προειδοποιήσει για πιθανές επιπτώσεις στις επενδύσεις και στις πολιτικές τιμολόγησης των καυσίμων.
Η σύγκρουση αυτή αναδεικνύει μια από τις βασικές πολιτικές προκλήσεις της ευρωπαϊκής πράσινης μετάβασης: ποιος θα χρηματοδοτήσει το αυξανόμενο κόστος της κλιματικής προσαρμογής.
Οι κυβερνήσεις καλούνται να επενδύσουν ολοένα μεγαλύτερα ποσά σε αντιπλημμυρικά έργα, αντιπυρική προστασία, συστήματα ύδρευσης, ενίσχυση δικτύων και ανθεκτικές υποδομές, την ώρα που οι πιέσεις στους δημόσιους προϋπολογισμούς αυξάνονται.
Η ισπανική πρόταση επιχειρεί να μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος αυτού του κόστους στον κλάδο των ορυκτών καυσίμων, συνδέοντας τα υψηλά κέρδη των ενεργειακών εταιρειών με τη χρηματοδότηση των ζημιών και των επενδύσεων που απαιτεί η κλιματική αλλαγή.
Η συζήτηση αναμένεται να ενταθεί το επόμενο διάστημα, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προετοιμάζει τη νέα στρατηγική για την κλιματική ανθεκτικότητα και τα κράτη-μέλη καλούνται να συμφωνήσουν όχι μόνο για τις απαιτούμενες επενδύσεις, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο θα χρηματοδοτηθούν.
Πηγή: Financial Times
Το συνολικό οικονομικό κόστος της καλοκαιρινής ξηρασίας στην Ευρώπη εκτιμάται από οικονομολόγους σε τουλάχιστον 50 δισ. ευρώ, ενώ ορισμένες εκτιμήσεις ανεβάζουν τις απώλειες ακόμη και στα 180 δισ. ευρώ.