Τι σημαίνει πραγματικά «πλούσια χώρα» στον 21ο αιώνα; Αρκεί η αύξηση του ΑΕΠ ή μήπως ο εθνικός πλούτος πρέπει να αποτιμάται και με βάση την κατάσταση των οικοσυστημάτων που στηρίζουν την οικονομία, την κοινωνία και την ποιότητα ζωής;
Στη συνέντευξή της στο ESG+ Stories, η Ιόλη Χριστοπούλου, Διευθύντρια Πολιτικής και συνιδρύτρια του The Green Tank, προτείνει μια διαφορετική ανάγνωση της ανάπτυξης, όπου το φυσικό κεφάλαιο δεν αντιμετωπίζεται ως ένας ανεξάντλητος πόρος, αλλά ως περιουσιακό στοιχείο που παράγει πραγματική οικονομική αξία. Εξηγεί γιατί η απώλεια της βιοποικιλότητας αποτελεί πλέον συστημικό κίνδυνο για την οικονομία, αναλύει τις σημαντικότερες πιέσεις που δέχεται ο φυσικός πλούτος της Ελλάδας και περιγράφει τις πολιτικές και τα χρηματοδοτικά εργαλεία που μπορούν να μετατρέψουν την προστασία της φύσης σε επένδυση με μετρήσιμα οφέλη για την οικονομία και την κοινωνία.
- Μπορεί μια χώρα να θεωρείται πραγματικά πλούσια όταν το φυσικό της κεφάλαιο υποβαθμίζεται;
Ο κύριος δείκτης μέτρησης της οικονομικής επίδοσης μίας χώρας σήμερα είναι το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ). Το παράδοξο με αυτόν τον δείκτη είναι ότι ακόμη και οικονομικές δραστηριότητες που υποβαθμίζουν, ρυπαίνουν ή καταστρέφουν το περιβάλλον συμβάλλουν στην αύξησή του. Έτσι, μια χώρα μπορεί να εμφανίζεται πλούσια, ενώ στην πραγματικότητα καταναλώνει το ίδιο το φυσικό κεφάλαιο από το οποίο εξαρτάται η ευημερία της.
Τα τελευταία χρόνια όμως αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο ότι η φύση δεν είναι ένας ανεξάντλητος πόρος. Έχει όρια και όταν αυτά ξεπερνιούνται δεν χάνονται μόνο είδη ή φυσικές εκτάσεις, χάνονται μαζί και όλες οι πολύτιμες λειτουργίες που παρέχει η φύση, όπως η παροχή πρώτων υλών, τροφίμων και νερού, η φυσική αντιδιαβρωτική και αντιπλημμυρική προστασία και η δυνατότητα δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα, που είναι κρίσιμη για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και την ενίσχυση της κλιματικής ανθεκτικότητας.
Όταν υποβαθμίζονται ή χάνονται αυτές οι λειτουργίες, προκύπτει κόστος, γιατί είναι δύσκολο και ακριβό να αντικατασταθούν με τεχνικές λύσεις. Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια η απώλεια της βιοποικιλότητας συγκαταλέγεται σταθερά ανάμεσα στους κυριότερους κινδύνους για την οικονομία σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ.
Χρειάζεται μία διαφορετική προσέγγιση που αντιμετωπίζει τη φύση ως κεφάλαιο και περιουσιακό στοιχείο που πρέπει να διαφυλάσσεται και να αξιοποιείται χωρίς να εξαντλείται. Μία εναλλακτική μέτρηση του πλούτου μίας χώρας που θα ενσωμάτωνε την έννοια του φυσικού κεφαλαίου, θα συνεκτιμούσε την κατάσταση της φύσης - αν υποβαθμίζεται ο πλούτος θα μειώνεται, αν διατηρείται ή αποκαθίσταται, θα αυξάνεται. Ήδη αναπτύσσονται σχετικές μεθοδολογίες και ίσως δεν αργήσει η ώρα που θα ορίζουμε διαφορετικά τον πλούτο μίας χώρας, και τότε θα δούμε μία σημαντική ανακατάταξη μεταξύ των χωρών.
- Ποια θεωρείτε ότι είναι σήμερα τα σημαντικότερα στοιχεία του οικολογικού πλούτου της Ελλάδας και ποιοι είναι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν;
Η Ελλάδα είναι μία χώρα που, σε σχετικά μικρή έκταση, φιλοξενεί εξαιρετικά μεγάλη ποικιλία οργανισμών, ζώων και φυτών, πολλά από τα οποία είναι ενδημικά, δηλαδή απαντώνται μόνο εδώ και πουθενά αλλού στον κόσμο. Αυτό αποτελεί το κύριο στοιχείο του οικολογικού της πλούτου, το οποίο συνδέεται άμεσα με τη γεωγραφική θέση, τη γεωλογική ιστορία και το έντονο ανάγλυφο του τοπίου της χώρας. Έτσι, στην Ελλάδα βρίσκουμε ελατοδάση αλλά και φοινικοδάση, ποτάμια, λίμνες και πολλά μικρά νησιά, το καθένα με τον δικό του ιδιαίτερο φυσικό πλούτο.
Για αιώνες, η επίδραση του ανθρώπου ήταν ήπια και πολλές φορές υποστηρικτική προς την άγρια φύση. Η αναπτυξιακή και βιομηχανική πορεία της χώρας σημαίνει ότι η ελληνική φύση επηρεάστηκε λιγότερο σε σύγκριση με εκείνη άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Όμως, σήμερα η εικόνα αυτή έχει αλλάξει και η ελληνική φύση αντιμετωπίζει τις ίδιες απειλές που παρατηρούνται διεθνώς. Στην Ελλάδα, οι σημαντικότερες απειλές είναι η αλλαγή χρήσεων γης, από τη γεωργία και την οικιστική και τουριστική ανάπτυξη, ειδικά στην παράκτια ζώνη, και η υπεραλίευση. Η κλιματική αλλαγή, που εξελίσσεται ταχύτερα στη Μεσόγειο σε σύγκριση με άλλες περιοχές του πλανήτη, εντείνει αυτές τις πιέσεις. Η ρύπανση εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή απειλή, ενώ γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη απειλή η εξάπλωση των χωροκατακτητικών ξενικών ειδών.
- Ποιες πολιτικές ή παρεμβάσεις θεωρείτε πιο κρίσιμες ώστε η προστασία του φυσικού κεφαλαίου να αντιμετωπίζεται ως επένδυση και όχι ως κόστος;
Για την προστασία του φυσικού κεφαλαίου της Ελλάδας, θεωρώ ότι χρειάζονται τρεις βασικές παρεμβάσεις.
Η πρώτη είναι μία εθνική πολιτική για τη φύση, αντάξια του φυσικού πλούτου της χώρας. Μία πολιτική που θέτει τη διατήρηση και την αποκατάσταση της φύσης και την καλύτερη ενσωμάτωση της φύσης στην αναπτυξιακή πολιτική της χώρας στην πρώτη γραμμή του σχεδιασμού και των αποφάσεων.
Η δεύτερη είναι η συστηματική και, στον βαθμό του δυνατού, ποσοτική αποτίμηση των οικονομικών οφελών της ελληνικής φύσης. Έτσι θα αντιληφθούμε καλύτερα την αξία των φυσικών εκτάσεων των ποταμών στην αντιπλημμυρική προστασία, του αστικού πράσινου για τον δροσισμό των πόλεων, του φυσικού τοπίου στον τουρισμό ή των λιβαδιών Ποσειδωνίας, που μένουν αθέατα στον βυθό της θάλασσας, στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, καθώς δεσμεύουν και αποθηκεύουν περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα ανά εκτάριο από ό,τι τα τροπικά δάση, ενώ παράλληλα παρέχουν προστασία στις ακτές από τη διάβρωση και τα ακραία καιρικά φαινόμενα.
Η τρίτη αφορά τη διαμόρφωση, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενός πλαισίου για την ενθάρρυνση της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στην προστασία της φύσης, με την Ελλάδα να έχει ενεργό ρόλο. Τα οφέλη για τους ιδιώτες επενδυτές είναι πολλά: μείωση της έκθεσης σε φυσικούς κινδύνους που συνδέονται με την απώλεια της βιοποικιλότητας και την κλιματική κρίση, υποστήριξη δράσεων με μετρήσιμα οικολογικά αποτελέσματα, που ευθυγραμμίζονται με το ευρωπαϊκό πλαίσιο βιώσιμων χρηματοδοτήσεων με βάση τον Κανονισμό Ταξινομίας, και ανταπόκριση στις αναδυόμενες υποχρεώσεις για βιώσιμες επιχειρηματικές πρακτικές.
Ταυτόχρονα, η κινητοποίηση ιδιωτικών πόρων μπορεί να συμβάλει στην κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού που εντοπίζεται σήμερα για τη διατήρηση και την αποκατάσταση της φύσης, συμπληρώνοντας, και όχι αντικαθιστώντας, τη δημόσια χρηματοδότηση.
Όμως, για να λειτουργήσει ένα τέτοιο σύστημα, όπως αυτό που επεξεργάζεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω των «πιστώσεων για τη φύση», απαιτούνται αξιόπιστες μεθοδολογίες και έγκυρες μετρήσεις των αποτελεσμάτων και ένα ισχυρό πλαίσιο διακυβέρνησης, ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια και η ακεραιότητα του συστήματος, με ανεξάρτητα και αδιάβλητα συστήματα παρακολούθησης, αναφορών, και επαλήθευσης.
- Αν έπρεπε να συνοψίσετε σε μία φράση γιατί η προστασία της φύσης είναι ζήτημα οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας, ποιο θα ήταν το βασικό σας μήνυμα;
Το βασικό μήνυμα είναι ότι η φύση δεν είναι εμπόδιο στην ανάπτυξη, αλλά θεμέλιο της οικονομικής δραστηριότητας και της κοινωνικής ευημερίας μας.
Μία νέα έκθεση της Διακυβερνητικής Πλατφόρμας για τη Βιοποικιλότητα, που δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 2026, αναδεικνύει ότι όλες οι επιχειρήσεις εξαρτώνται από και επηρεάζουν τη βιοποικιλότητα και ότι η απώλεια της βιοποικιλότητας αποτελεί κρίσιμο συστημικό κίνδυνο που απειλεί την οικονομία, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ανθρώπινη ευημερία.
Μπορούμε, όμως, να το διατυπώσουμε και πιο αισιόδοξα: όσο πιο υγιής είναι η φύση, τόσο πιο ανθεκτική η οικονομία και τόσο καλύτερη η ποιότητα της ζωής των ανθρώπων.
Η Διευθύντρια πολιτικής και συνιδρύτρια του The Green Tank εξηγεί γιατί το φυσικό κεφάλαιο πρέπει να αποκτήσει πραγματική οικονομική αξία, γιατί το ΑΕΠ δεν αρκεί πλέον για να αποτυπώσει την ευημερία μιας χώρας και πώς η προστασία της βιοποικιλότητας μπορεί να αποτελέσει επένδυση για το μέλλον.