Περιοχές του Αμαζονίου που μέχρι σήμερα θεωρούνταν σχετικά πιο ανθεκτικές στην κλιματική αλλαγή εμφανίζουν πλέον ορισμένες από τις ταχύτερες αυξήσεις ακραίας θερμότητας και υδατικού στρες, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη που πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή του WWF-UK.
.
Η έρευνα, με επικεφαλής επιστήμονες του Lancaster University και τη συμμετοχή διεθνούς ομάδας περισσότερων από 50 ερευνητών, δείχνει ότι, ενώ ο νότιος Αμαζόνιος παραμένει συνολικά η περιοχή που θερμαίνεται ταχύτερα, ο κεντρικός βόρειος Αμαζόνιος αναδεικνύεται σε νέο hotspot ακραίας ζέστης και ελλείμματος υγρασίας.
Η εξέλιξη αυξάνει τους κινδύνους ξηρασίας, δασικών πυρκαγιών και πίεσης στα οικοσυστήματα και δημιουργεί νέα ερωτήματα για την ανθεκτικότητα του μεγαλύτερου τροπικού δάσους του πλανήτη.
Η μελέτη «Rapid increase of climate extremes reveals new areas of concern in Amazonia», που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Communications Earth & Environment, αμφισβητεί την αντίληψη ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι κατανέμονται ομοιόμορφα στον Αμαζόνιο ή ότι οι περισσότερο άθικτες περιοχές του είναι απαραίτητα και περισσότερο προστατευμένες.
Οι ερευνητές χώρισαν τον Αμαζόνιο σε τετραγωνικά κελιά περίπου 11 χιλιομέτρων και ανέλυσαν δεδομένα υψηλής ανάλυσης για τη θερμοκρασία και τις βροχοπτώσεις από το 1981 έως το 2023. Με αυτόν τον τρόπο εξέτασαν όχι μόνο την εξέλιξη των μέσων κλιματικών συνθηκών αλλά και το πώς μεταβάλλονται τα πιο ακραία θερμά και ξηρά έτη.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η μέση θερμοκρασία σε ολόκληρη τη λεκάνη του Αμαζονίου έχει αυξηθεί κατά περίπου 0,21°C ανά δεκαετία τα τελευταία 40 χρόνια.
Ωστόσο, οι μεταβολές στα ακραία φαινόμενα είναι πολύ μεγαλύτερες. Κατά την ξηρή περίοδο, περίπου το 10% της λεκάνης του Αμαζονίου έχει καταγράψει αύξηση των ακραίων θερμοκρασιών τουλάχιστον κατά 0,75°C ανά δεκαετία, που αντιστοιχεί σε άνοδο άνω των 3,2°C από το 1981.
Η Dr Nathália Carvalho, μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Lancaster Environment Centre, επισημαίνει ότι οι ρυθμοί μεταβολής των κλιματικών ακραίων είναι πολύ μεγαλύτεροι από τις μεταβολές του μέσου κλίματος και, εξίσου σημαντικό, οι περιοχές που πλήττονται περισσότερο δεν είναι απαραίτητα οι ίδιες.
Αυτό σημαίνει ότι ο σχεδιασμός των πολιτικών προσαρμογής δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στις μακροχρόνιες μέσες θερμοκρασίες. Χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη και την ταχύτητα με την οποία εντείνονται οι ακραίες περίοδοι θερμότητας και ξηρασίας σε διαφορετικά τμήματα του δάσους.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί ο κεντρικός βόρειος Αμαζόνιος, καθώς η περιοχή διαθέτει εκτεταμένα τμήματα άθικτου δάσους, φυσικές σαβάνες και σημαντικές εκτάσεις αυτόχθονων κοινοτήτων και μέχρι σήμερα θεωρούνταν λιγότερο εκτεθειμένη στους κλιματικούς κινδύνους.
Η νέα έρευνα δείχνει ότι ακόμη και αυτές οι περιοχές μπορεί να βρίσκονται υπό αυξανόμενη πίεση.
Ο καθηγητής Jos Barlow του Lancaster University, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, σημειώνει ότι οι ακραίες συνθήκες είναι ιδιαίτερα σημαντικές επειδή τότε προκαλείται και η μεγαλύτερη ζημιά. Οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες και η ξηρασία αυξάνουν τον κίνδυνο πυρκαγιών, επηρεάζουν τα επίπεδα των ποταμών, εντείνουν την ατμοσφαιρική ρύπανση και μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις στους ανθρώπους, στα ζώα και στα δέντρα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η γεωγραφική θέση των περιοχών όπου οι ακραίες θερμοκρασίες αυξάνονται ταχύτερα είναι επίσης ενδεικτική.
Καθώς ορισμένες από αυτές βρίσκονται μακριά από το λεγόμενο «τόξο της αποψίλωσης», οι αλλαγές δεν μπορούν να εξηγηθούν μόνο από τοπικές παρεμβάσεις, όπως η αποδάσωση ή οι αλλαγές χρήσεων γης. Οι ερευνητές τις συνδέουν με την ευρύτερη παγκόσμια κλιματική αλλαγή.
Η αυξανόμενη θερμότητα και η έλλειψη υγρασίας δημιουργούν παράλληλα κινδύνους για τη βιοποικιλότητα. Τα τελευταία χρόνια έχουν ήδη καταγραφεί μαζικοί θάνατοι θηλαστικών, όπως ποτάμιων δελφινιών, κατά τη διάρκεια ακραίων καιρικών συνθηκών, καθώς και μειώσεις σε πληθυσμούς πτηνών και αλλαγές στη διάρκεια ζωής, την εμφάνιση και τη συμπεριφορά τους.
Οι κοινωνικές επιπτώσεις είναι επίσης σημαντικές.
Η Dr Joice Ferreira από τη Brazilian Agricultural Research Corporation (Embrapa) επισημαίνει ότι τα ακραία κλιματικά φαινόμενα επηρεάζουν ήδη τις τοπικές οικονομίες και προϊόντα όπως το açaí, αποδυναμώνοντας τον ρόλο του δάσους ως οικονομικού και κοινωνικού «δικτύου ασφαλείας» για τις κοινότητες.
Η πίεση αυτή μπορεί να επηρεάσει την επισιτιστική ασφάλεια, την αναπτυσσόμενη κοινωνική βιοοικονομία της περιοχής και ακόμη και δημόσιες πολιτικές που σχεδιάζονται για την αποκατάσταση των δασών και τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Η νέα μελέτη έρχεται σε μια περίοδο αυξημένης ανησυχίας για την πιθανότητα ο Αμαζόνιος να πλησιάζει κρίσιμα σημεία καμπής.
Το WWF επικαλείται το Global Tipping Points Report του 2025, σύμφωνα με το οποίο οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής μπορούν να μειώσουν το επίπεδο αποδάσωσης στο οποίο θα μπορούσε να ξεκινήσει μια ευρείας κλίμακας μετατροπή του τροπικού δάσους σε υποβαθμισμένο οικοσύστημα.
Η ίδια αξιολόγηση εκτιμά ότι αποδάσωση της τάξης του 20%-25% θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κρίσιμο όριο, ενώ μέχρι σήμερα έχει ήδη χαθεί περίπου το 17% του δάσους.
Μια ευρείας κλίμακας υποβάθμιση του Αμαζονίου θα είχε συνέπειες πολύ πέρα από τη Νότια Αμερική. Θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση τεράστιων ποσοτήτων αποθηκευμένου άνθρακα και να επηρεάσει περιφερειακά και παγκόσμια κλιματικά συστήματα.
Η άμεση απειλή είναι οι πυρκαγιές και η ξηρασία, ειδικά καθώς το ισχυρό El Niño του 2026 αυξάνει περαιτέρω την έκθεση του δάσους σε ακραίες συνθήκες.
Το WWF αναφέρει ότι το φετινό El Niño αναμένεται να είναι το ισχυρότερο που έχει καταγραφεί στη σύγχρονη εποχή, ενισχύοντας τις ανησυχίες για τις πυρκαγιές και την έλλειψη νερού.
Οι ερευνητές θεωρούν ότι απαιτείται συνδυασμός άμεσων και μακροπρόθεσμων παρεμβάσεων: περιορισμός και αναστροφή της αποδάσωσης και της υποβάθμισης των δασών, καλύτερη πρόληψη και αντιμετώπιση των πυρκαγιών, ταχύτερη μείωση των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και μεγαλύτερες επενδύσεις στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
Το WWF επισημαίνει επίσης τη σημασία χρηματοδοτικών μηχανισμών όπως το Tropical Forest Forever Facility (TFFF), που έχει στόχο να στηρίξει τη διατήρηση και την προσαρμογή των τροπικών δασών καθώς οι κλιματικές πιέσεις αυξάνονται.
Ο Mike Barrett, Chief Scientific Adviser του WWF-UK, τονίζει ότι η εμφάνιση νέων περιοχών υψηλού κινδύνου δείχνει πως η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής πρέπει να συνδυαστεί με την ανάσχεση της αποδάσωσης και με χρηματοδοτικούς μηχανισμούς προστασίας των τροπικών δασών.
Το νέο στοιχείο που προσθέτει η έρευνα είναι ότι η απειλή για τον Αμαζόνιο δεν περιορίζεται πλέον στις περιοχές που θεωρούνταν παραδοσιακά περισσότερο ευάλωτες.
Η επιτάχυνση των ακραίων θερμοκρασιών και του υδατικού στρες ακόμη και σε ορισμένα από τα πιο άθικτα τμήματα του δάσους δείχνει ότι τα φυσικά «οχυρά» του Αμαζονίου απέναντι στην κλιματική αλλαγή μπορεί να είναι λιγότερο ανθεκτικά από όσο θεωρούνταν μέχρι σήμερα.
Πηγή: WWF-UK
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η μέση θερμοκρασία σε ολόκληρη τη λεκάνη του Αμαζονίου έχει αυξηθεί κατά περίπου 0,21°C ανά δεκαετία τα τελευταία 40 χρόνια.