Η κλιματική πίεση, οι εξελίξεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο και οι αυξανόμενες ανάγκες για εκσυγχρονισμό των υποδομών, αναδιαμορφώνουν ριζικά τον κλάδο διαχείρισης των υδατικών πόρων στην Ελλάδα, επηρεάζοντας άμεσα τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, τους δήμους, το διαμορφούμενο κανονιστικό πλαίσιο, τους επενδυτές και το ευρύτερο οικοσύστημα. Αυτό είναι το συμπέρασμα που προκύπτει από νέα ανάλυση της EY-Parthenon, του βραχίονα εταιρικής στρατηγικής και συναλλαγών της EY Ελλάδος, όπως ανακοινώθηκε.
.
Σύμφωνα με την ανάλυση, οι υποδομές του νερού δεν σχετίζονται αποκλειστικά μόνο με ένα βασικό δημόσιο αγαθό, αλλά αποτελούν στρατηγικές και κρίσιμες υποδομές με αυξανόμενη σημασία για την οικονομική ανθεκτικότητα, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και τον σχεδιασμό δημόσιας πολιτικής.
Όπως παρατηρεί η EY-Parthenon, ο κλάδος βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο καμπής. Οι παρατεταμένες συνθήκες ξηρασίας, η μείωση των αποθεμάτων νερού και οι απώλειες στα δίκτυα, αυξάνουν την ανάγκη για την εξασφάλιση ασφάλειας εφοδιασμού υδάτων στην Ελλάδα, και σε συνδυασμό με το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο και τις αυστηρότερες υποχρεώσεις συμμόρφωσης, μεταβάλουν τον σχεδιασμό, την αναγκαία χρηματοδότηση και τη διαχείριση των υπηρεσιών ύδρευσης γενικότερα. Οι εξελίξεις αυτές επιταχύνουν την ανάγκη για εκσυγχρονισμό και την υιοθέτηση μίας μακροπρόθεσμης στρατηγικής για λήψη περισσότερο δομημένων αποφάσεων, οι οποίες θα απαντούν αποτελεσματικά στις περιβαλλοντικές προκλήσεις, αλλά και στην ανάγκη προσαρμογής των φορέων διαχείρισης για να μπορούν να ανταπεξέλθουν.
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του κλάδου διαχείρισης υδατικών πόρων στην Ελλάδα παραμένει ο υψηλός κατακερματισμός: η αγορά, σήμερα, περιλαμβάνει 129 δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης (ΔΕΥΑ), περισσότερους από 450 οργανισμούς άρδευσης και ένα ευρύ δίκτυο τοπικών αρχών, ενώ οι δύο μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κλάδου εξυπηρετούν τα δύο κύρια μητροπολιτικά κέντρα της Ελλάδας και καλύπτουν περίπου το ήμισυ του πληθυσμού της χώρας. Ο κατακερματισμός αυτός, επηρεάζει την κλίμακα, την αποδοτικότητα και τον ρυθμό εκσυγχρονισμού, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένων απαιτήσεων για θέματα ανθεκτικότητας, διακυβέρνησης, ποιότητας υπηρεσιών και κανονιστικής συμμόρφωσης.
Η επισκόπηση της EY-Parthenon επισημαίνει, επίσης, μια σειρά από πρακτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι πάροχοι υπηρεσιών ύδρευσης. Πολλοί από τους μικρότερους φορείς εξακολουθούν να λειτουργούν υπό οικονομική πίεση, με τα έσοδα από τις εισπράξεις μέσω των τιμολογίων, συχνά, να μην επιτρέπουν την πλήρη κάλυψη και ανάκτηση του κόστους λειτουργίας, περιορίζοντας σημαντικά τις δυνατότητες υλοποίησης επενδύσεων.
Σε λειτουργικό επίπεδο, οι απώλειες νερού υπερβαίνουν το 30% με 40% και, σε ορισμένα σημεία του δικτύου, μπορεί να υπερβαίνουν ακόμη και το 50%, γεγονός που αντανακλά τη γήρανση των υποδομών και την ανάγκη για καλύτερη συντήρηση, την απαιτούμενη ενίσχυση της διαφάνειας των δεδομένων ροής και κατανάλωσης και τη βελτιστοποίηση των συστημάτων. Η επαναχρησιμοποίηση νερού παραμένει, επίσης, περιορισμένη (περίπου 2%), ενώ η άρδευση εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό (περίπου 85%) της συνολικής χρήσης νερού, με πάνω από το 70% να προέρχεται από υπόγεια υδάτινα αποθέματα. Τα ποσοστά αυτά αναδεικνύουν την ανάγκη για περισσότερο αποδοτικές και κυκλικές προσεγγίσεις κατά μήκος της αλυσίδας αξίας.
Παρά τις πιέσεις, ο κλάδος του νερού στην Ελλάδα παρουσιάζει σαφή σημάδια δυναμικής ανάπτυξης, καθώς διαμορφώνεται ένας ευρύτερος κύκλος επενδύσεων, με στήριξη από δημόσια χρηματοδότηση, χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΕ, κεφαλαιουχικές δαπάνες των επιχειρήσεων και αυξανόμενο στρατηγικό ενδιαφέρον. Οι μεσο-μακροπρόθεσμες ανάγκες για υποδομές ύδατος εκτιμώνται περίπου στα Euro10 δισ., ενώ μόνο από τις δύο μεγαλύτερες επιχειρήσεις είναι προγραμματισμένες ή βρίσκονται σε εξέλιξη επενδύσεις για αναβάθμιση, επέκταση, εκσυγχρονισμό και βελτίωση της απόδοσης των δικτύων, που ξεπερνούν τα 3 δισ. ευρώ. Η εμπιστοσύνη και η ορατότητα των επενδυτών αναφορικά με την προοπτική του κλάδου φαίνεται, επίσης, να ενισχύεται, και αυτό αντανακλάται και στην επίδοση σε όρους χρηματιστηριακής αξίας τους τελευταίους μήνες για τις εισηγμένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην αγορά νερού.
Οι εξελίξεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο αποτελούν έναν ακόμη βασικό παράγοντα αλλαγής. Η επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) στις υπηρεσίες που σχετίζονται με τη διαχείριση των υδάτων, οι αυστηρότερες ευρωπαϊκές υποχρεώσεις για τα λύματα και η έμφαση σε πολιτικές μείωσης του κατακερματισμού, μετακινούν τον κλάδο από τη θεωρητική πρόθεση για μεταρρύθμιση, στη φάση της υλοποίησης. Έτσι, δημιουργούνται σημαντικές ευκαιρίες, αλλά και αυξημένες απαιτήσεις: πιο δομημένος και ορατός προσδιορισμός των εσόδων και των χρηματοροών, αυξημένες υποχρεώσεις παροχής δεδομένων και αναφορών, μεγαλύτερη λογοδοσία και αυξανόμενη ανάγκη για αξιόπιστο μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Οι επιπτώσεις επεκτείνονται σε ολόκληρο το οικοσύστημα, επηρεάζοντας τις επιχειρήσεις, τους επενδυτές, τις ρυθμιστικές αρχές, τους δήμους και, τελικά, τους καταναλωτές, οι οποίοι και θα πρέπει να είναι οι άμεσα ωφελούμενοι.
Οι προκλήσεις, πλέον, δεν είναι αποκλειστικά τεχνικές ή λειτουργικές, αλλά εκτείνονται στον επιχειρησιακό σχεδιασμό, την ιεράρχηση επενδύσεων, τη χρηματοδοτική βιωσιμότητα, την τιμολογιακή πολιτική, την ανοικτή επικοινωνία με τα ενδιαφερόμενα μέρη, τη ρυθμιστική υποστήριξη, αλλά και στον σχεδιασμό λειτουργικών μοντέλων και τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι φορείς του κλάδου ύδρευσης χρειάζονται υποστήριξη που να συνδυάζει στρατηγική γνώση με δυνατότητα πρακτικής εφαρμογής.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα της ανάλυσης, ο Τάσος Ιωσηφίδης, Εταίρος της EY Ελλάδος και Επικεφαλής της EY-Parthenon στην Ελλάδα, δήλωσε: «Εκτός από βασικό δημόσιο αγαθό, το νερό σχετίζεται με στρατηγικές και κρίσιμες υποδομές που έχουν καθοριστική σημασία για την ανθεκτικότητα της οικονομίας, την κοινωνική συνοχή και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Σήμερα, οι προκλήσεις του κλάδου δεν περιορίζονται στην κλιματική αλλαγή και στα προβλήματα των υποδομών, αλλά επεκτείνονται στη χρηματοδοτική βιωσιμότητα, την τιμολογιακή πολιτική, τη ρυθμιστική συμμόρφωση και τον συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Σε ένα τέτοιο πολυπαραγοντικό περιβάλλον υψηλών απαιτήσεων, για να διαχειριστούν την επόμενη φάση εξέλιξης του κλάδου, οι επιχειρήσεις και οι οργανισμοί - ιδιωτικοί και δημόσιοι - της αλυσίδας αξίας του νερού, θα πρέπει να συνεργαστούν για να χαράξουν έναν σαφή στρατηγικό χάρτη, που να συνδυάζει την οικονομική ανάπτυξη και την ανάπτυξη των υποδομών με την ανθεκτικότητα και τη βιωσιμότητα».
Από την πλευρά του, ο Κωνσταντίνος Θανάσκος, Director και Επικεφαλής Οικονομικών Μελετών της EY-Parthenon στην Ελλάδα, συμπλήρωσε: «Ο κλάδος των υδάτων αναμένεται να αποτελέσει χώρος μεγάλου και εντεινόμενου ενδιαφέροντος τα επόμενα χρόνια, ως μια αγορά η οποία θα εξισορροπεί τη χρηματοδότηση και την ανάκτηση των επενδύσεων που θα εξασφαλίζουν βιωσιμότητα, ασφάλεια και επάρκεια εφοδιασμού, με την τήρηση του δημόσιου χαρακτήρα του νερού, ως αγαθού το οποίο θα είναι προσβάσιμο από όλα τα νοικοκυριά. Η δημόσια πολιτική και η οικονομική στήριξη, σε συνδυασμό με την ιδιωτική πρωτοβουλία και την κανονιστική πρακτική, αναμένεται να συνθέσουν το κατάλληλο μείγμα, που θα οδηγήσει ένα ολόκληρο οικοσύστημα δραστηριοτήτων στην επόμενη ημέρα».
Η επισκόπηση επισημαίνει, επίσης, μια σειρά από πρακτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι πάροχοι υπηρεσιών ύδρευσης.