Μόλις 32 εταιρείες ευθύνονται για το μισό των παγκόσμιων εκπομπών CO₂

Body

Μόλις 32 εταιρείες ορυκτών καυσίμων ευθύνονται για το 50% των παγκόσμιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που τροφοδοτούν την κλιματική κρίση, σύμφωνα με νέα έκθεση για το 2024. Ο αριθμός είναι μικρότερος σε σχέση με πέρυσι, όταν 36 εταιρείες συγκέντρωναν το ίδιο ποσοστό, γεγονός που δείχνει ότι οι εκπομπές συγκεντρώνονται ολοένα και περισσότερο σε έναν περιορισμένο αριθμό παραγωγών.

.

Στην κορυφή της λίστας βρίσκεται η Saudi Aramco ως ο μεγαλύτερος κρατικά ελεγχόμενος ρυπαντής, ενώ η ExxonMobil είναι η μεγαλύτερη ιδιωτική εταιρεία σε εκπομπές. Οι συντάκτες της έκθεσης και οργανώσεις για το κλίμα κατηγορούν τις μεγάλες εταιρείες ορυκτών καυσίμων ότι «σαμποτάρουν τη δράση για το κλίμα» και «στέκονται στη λάθος πλευρά της ιστορίας», τονίζοντας παράλληλα ότι τα δεδομένα αυτά χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο για την απόδοση ευθυνών.

Από τους 20 μεγαλύτερους ρυπαντές, οι 17 είναι κρατικές εταιρείες. Όλες ελέγχονται από χώρες που αντιτάχθηκαν στην πρόταση για σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων στη σύνοδο Cop30 του ΟΗΕ τον περασμένο Δεκέμβριο, μεταξύ των οποίων η Σαουδική Αραβία, η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ινδία. Περισσότερες από 80 άλλες χώρες είχαν στηρίξει την πρόταση για παγκόσμιο phase-out.

Η Saudi Aramco ευθύνεται για περίπου 1,7 δισ. τόνους CO₂, μεγάλο μέρος των οποίων προέρχεται από εξαγόμενο πετρέλαιο. Αν ήταν κράτος, θα κατατασσόταν ως ο πέμπτος μεγαλύτερος ρυπαντής στον κόσμο, πίσω μόνο από τη Ρωσία. Η ExxonMobil αντιστοιχεί σε περίπου 610 εκατ. τόνους CO₂ και θα βρισκόταν στην ένατη θέση διεθνώς, μπροστά ακόμη και από τη Νότια Κορέα.

Μετά τη μικρή κάμψη της περιόδου της πανδημίας, οι παγκόσμιες εκπομπές από ορυκτά καύσιμα επέστρεψαν σε ανοδική τροχιά και καταγράφουν νέα ρεκόρ κάθε χρόνο. Για να επιτευχθεί ο στόχος της Συμφωνίας των Παρισίων για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης στον 1,5 βαθμό Κελσίου, οι εκπομπές θα έπρεπε να μειωθούν κατά περίπου 45% έως το 2030, ένας στόχος που πλέον θεωρείται ανέφικτος. Οι επιστήμονες επισημαίνουν ωστόσο ότι ακόμη και ο περιορισμός της υπέρβασης είναι κρίσιμος, καθώς κάθε επιπλέον δέκατο του βαθμού εντείνει τις επιπτώσεις στις κοινωνίες.

Ο επικεφαλής της ανάλυσης, Έμετ Κονέρ από το InfluenceMap, σημείωσε ότι «κάθε χρόνο οι εκπομπές συγκεντρώνονται σε μια όλο και μικρότερη ομάδα παραγωγών, ενώ η συνολική παραγωγή συνεχίζει να αυξάνεται». Η τάση ενισχύεται και από τις πρόσφατες συγχωνεύσεις στον πετρελαϊκό κλάδο, όπως η εξαγορά της Pioneer Natural Resources από την ExxonMobil και της Hess από τη Chevron.

Η Τζεπόρα Μπέρμαν από την Πρωτοβουλία για τη Συνθήκη Μη Διάδοσης Ορυκτών Καυσίμων υπογράμμισε ότι «μια ισχυρή και συγκεντρωμένη ομάδα εταιρειών όχι μόνο κυριαρχεί στις παγκόσμιες εκπομπές, αλλά υπονομεύει ενεργά την κλιματική δράση και αποδυναμώνει τη φιλοδοξία των κυβερνήσεων». Όπως είπε, η συνάντηση που προγραμματίζεται τον Απρίλιο στην Κολομβία μεταξύ των χωρών που στηρίζουν την κατάργηση των ορυκτών καυσίμων αποτελεί κρίσιμο βήμα προς μια δίκαιη μετάβαση.

Η πρώην επικεφαλής του ΟΗΕ για το κλίμα, Κριστιάνα Φιγκέρες, τόνισε ότι «τα στοιχεία δείχνουν ξανά πως οι μεγάλοι ρυπαντές βρίσκονται στη λάθος πλευρά της ιστορίας». Παρά το γεγονός ότι οι επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια και εξηλεκτρισμό είναι ήδη σχεδόν διπλάσιες από εκείνες στα ορυκτά καύσιμα, οι «carbon majors» επιμένουν σε ρυπογόνες δραστηριότητες.

Η βάση δεδομένων Carbon Majors έχει ήδη χρησιμοποιηθεί σε δικαστικές υποθέσεις και νομοθετικές πρωτοβουλίες, όπως αγωγές στη Γερμανία και νόμους στις Πολιτείες της Νέας Υόρκης και του Βερμόντ που υποχρεώνουν μεγάλες εταιρείες να χρηματοδοτούν έργα προστασίας από πλημμύρες και ακραία ζέστη. Η επικεφαλής του Center for International Environmental Law, Ρεμπέκα Μπράουν, σημείωσε ότι «τα δικαστήρια σε όλο τον κόσμο συνδέουν όλο και πιο καθαρά την παραγωγή ορυκτών καυσίμων με την κλιματική καταστροφή και καθιστούν σαφές ότι οι μεγάλοι ρυπαντές πρέπει να περιορίσουν τη δραστηριότητά τους και να πληρώσουν το κόστος».

Πηγή: Guardian

Αρθρογράφος
Κύριος χαρακτηρισμός περιεχομένου
Image
Επικεφαλίδα

Ο αριθμός είναι μικρότερος σε σχέση με πέρυσι, όταν 36 εταιρείες συγκέντρωναν το ίδιο ποσοστό, γεγονός που δείχνει ότι οι εκπομπές συγκεντρώνονται ολοένα και περισσότερο σε έναν περιορισμένο αριθμό παραγωγών.