Η φύση και η βιοποικιλότητα περνούν όλο και πιο καθαρά από την περιβαλλοντική ατζέντα στη διαχείριση χρηματοοικονομικού κινδύνου, καθώς επιχειρήσεις και επενδυτές αυξάνουν τις αξιολογήσεις και τις γνωστοποιήσεις σχετικά με τις εξαρτήσεις τους από τα οικοσυστήματα, σύμφωνα με το νέο TNFD 2026 Status Report.
.
Η έκθεση της Taskforce on Nature-related Financial Disclosures καταγράφει πάνω από 1.000 οργανισμούς σε 56 δικαιοδοσίες και 58 κλάδους που πραγματοποιούν κάποια μορφή γνωστοποίησης ευθυγραμμισμένης με το TNFD, αριθμός αυξημένος κατά 100% σε ετήσια βάση. Παράλληλα, το TNFD διαπιστώνει αυξανόμενη κατανόηση της φύσης ως πηγής οικονομικού και επενδυτικού κινδύνου.
Η εικόνα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι επιχειρήσεις παραμένουν εκτεθειμένες στις επιπτώσεις της υποβάθμισης των οικοσυστημάτων. Η έκθεση επικαλείται στοιχεία της S&P Global σύμφωνα με τα οποία 62% των περίπου 14.000 εταιρειών του S&P Global Broad Market Index εμφανίζουν σημαντικό κίνδυνο εξάρτησης από τη φύση στις άμεσες δραστηριότητές τους. Παράλληλα, αναφέρεται σε εκτίμηση της Moody’s σύμφωνα με την οποία, χωρίς νέες πολιτικές μετάβασης, οι μακροοικονομικές επιπτώσεις των φυσικών κινδύνων θα μπορούσαν να φτάσουν τα 41,4 τρισ. δολάρια ή 14,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ έως το 2050.
Το ενδιαφέρον της αγοράς δεν περιορίζεται πλέον στην εθελοντική δημοσιοποίηση στοιχείων. Πάνω από 70% των συμμετεχόντων στην έρευνα του TNFD τάσσεται υπέρ της σαφήνειας και της βεβαιότητας που παρέχουν οι υποχρεωτικές απαιτήσεις reporting, ενώ αντίστοιχη υποστήριξη καταγράφεται για την ευθυγράμμιση των προτύπων με τους στόχους του Kunming-Montreal Global Biodiversity Framework. Επιχειρήσεις και επενδυτές ζητούν επίσης τα πρότυπα για τη φύση να βασίζονται στην προσέγγιση του TNFD και να παραμένουν συνεπή με τα παγκόσμια πρότυπα IFRS.
Για το TNFD, το βασικό ζήτημα δεν είναι πλέον τόσο «αν» θα υπάρξει ρύθμιση, αλλά η συνέπεια και η συγκρισιμότητα του πλαισίου. Οι εταιρείες επιδιώκουν ένα level playing field, ενώ οι επενδυτές χρειάζονται συγκρίσιμα δεδομένα για να κατανοήσουν πώς οι εξαρτήσεις και οι επιπτώσεις μιας εταιρείας στη φύση μπορούν να μετατραπούν σε ουσιαστικούς χρηματοοικονομικούς κινδύνους και ευκαιρίες.
Το χάσμα ανάμεσα στη φύση και στη χρηματοοικονομική ανάλυση φαίνεται να μειώνεται και από τις επενδυτικές πρακτικές. Το 74% των επενδυτών που συμμετείχαν στην έρευνα δηλώνει ότι η επενδυτική πολιτική του λαμβάνει ήδη υπόψη τη φύση, αν και η ενσωμάτωση αυτή δεν έχει ακόμη μεταφραστεί στον ίδιο βαθμό σε συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους. Μόλις 27% έχει θέσει μετρήσιμους στόχους για τη φύση ή τη βιοποικιλότητα.
Η βασική κινητήρια δύναμη δεν φαίνεται να είναι πρωτίστως η κανονιστική συμμόρφωση. Το 88% των επενδυτών αναφέρει την καλύτερη κατανόηση του nature-related risk του χαρτοφυλακίου ως βασικό λόγο ενασχόλησης με τη φύση, ενώ το 81% επιδιώκει να μειώσει τις σχετικές επιπτώσεις του χαρτοφυλακίου του. Το 50% βλέπει παράλληλα δυνατότητες για νέες επενδυτικές ευκαιρίες. Αντίθετα, οι εθνικές και διεθνείς ρυθμίσεις κατατάσσονται χαμηλότερα μεταξύ των άμεσων κινήτρων.
Η πίεση μεταφέρεται ήδη από τους επενδυτές προς τις εταιρείες μέσω του stewardship. Το 84% των επενδυτών δηλώνει ότι η φύση περιλαμβάνεται ήδη στις κατευθύνσεις που χρησιμοποιεί στις συζητήσεις του με τις εταιρείες χαρτοφυλακίου. Μεταξύ των θεμάτων που βρίσκονται ψηλότερα στην ατζέντα εταιρικού engagement βρίσκονται η αποψίλωση των δασών, το γλυκό νερό, η βιοποικιλότητα και η ρύπανση.
Ωστόσο, τα nature-related δεδομένα δεν επηρεάζουν ακόμη όλες τις επενδυτικές αποφάσεις στον ίδιο βαθμό. Οι αξιολογήσεις βάσει της προσέγγισης LEAP – Locate, Evaluate, Assess and Prepare – χρησιμοποιούνται περισσότερο για risk management και investor stewardship και πολύ λιγότερο για portfolio construction και capital allocation. Το TNFD επισημαίνει ότι οι επενδυτές εξακολουθούν να ζητούν καλύτερες μεθόδους για τη μέτρηση και την ποσοτικοποίηση των εξαρτήσεων, των επιπτώσεων και των χρηματοοικονομικών κινδύνων.
Από τους επενδυτές που είχαν ήδη πραγματοποιήσει LEAP assessment, το 73% δήλωσε ότι η διαδικασία βοήθησε το investor stewardship και το 60% το risk management, έναντι 23% για capital allocation και μόλις 10% για portfolio construction. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η φύση έχει αρχίσει να επηρεάζει πιο συστηματικά τον διάλογο με τις εταιρείες και την αξιολόγηση κινδύνου, αλλά δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί πλήρως στον πυρήνα των επενδυτικών μοντέλων.
Στην πλευρά των εταιρειών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, το 76% των συμμετεχόντων που απάντησαν στη σχετική ερώτηση έχει ήδη πραγματοποιήσει LEAP assessment. Περισσότεροι από τους μισούς χρήστες της μεθοδολογίας εξετάζουν τα nature-related ζητήματα σε όλες τις αγορές και όλες τις γραμμές προϊόντων, ενώ το 23% έχει επεκτείνει την ανάλυση από τις άμεσες δραστηριότητες τόσο προς την upstream όσο και προς τη downstream αλυσίδα αξίας.
Η εφαρμογή, πάντως, παραμένει απαιτητική. Η ποσοτικοποίηση των εξαρτήσεων και των επιπτώσεων στη φύση και η σύνδεσή τους με χρηματοοικονομικά ουσιώδεις κινδύνους συγκαταλέγονται στις μεγαλύτερες δυσκολίες, μαζί με τη διαθεσιμότητα, την προσβασιμότητα και την ποιότητα των δεδομένων.
Στην έρευνα, περίπου 69% των συμμετεχόντων ανέφερε ως πρόκληση τη σύνδεση των dependencies και impacts με τους κινδύνους για την επιχείρηση και τις οικονομικές τους επιπτώσεις, ενώ αντίστοιχο ποσοστό ανέδειξε τη δυσκολία μέτρησης και ποσοτικοποίησης αυτών των παραμέτρων.
Παρά τις δυσκολίες, η ανάλυση της φύσης αρχίζει να επεκτείνεται πέρα από το reporting. Πάνω από το 50% των εταιρειών και το 30% των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων έχουν αρχίσει να διερευνούν τη χρήση nature-related scenarios, ενώ περισσότερο από 30% και των δύο κατηγοριών έχει ξεκινήσει να ενσωματώνει ζητήματα φύσης στα υφιστάμενα climate transition plans.
Αυξάνεται ταυτόχρονα το ενδιαφέρον για το nature finance. Η έρευνα δείχνει ότι οι επενδυτές βλέπουν διαθέσιμα κεφάλαια και αυξανόμενο ενδιαφέρον σε fixed income, equity funds και sustainability-linked loans, αν και η αβεβαιότητα πολιτικής, η έλλειψη επενδυτικών μοντέλων μεγάλης κλίμακας και τα κατάλληλα risk-adjusted returns εξακολουθούν να εμποδίζουν τη διοχέτευση περισσότερων κεφαλαίων.
Το 74% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι οι συνολικές ιδιωτικές επενδύσεις σε nature-related opportunities και nature-based solutions θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά δύο έως πέντε φορές μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, ενώ ένα επιπλέον 6% βλέπει αύξηση πέντε έως δέκα φορές. Ωστόσο, μεταξύ των σημαντικότερων εμποδίων παραμένουν το περιβάλλον πολιτικής και ρύθμισης, τα δεδομένα και metrics, αλλά και οι εμπορικοί και χρηματοοικονομικοί περιορισμοί.
Το TNFD σημειώνει πάντως ότι τα αποτελέσματα πρέπει να διαβάζονται ως ένδειξη της κατεύθυνσης της αγοράς και όχι ως ακριβής αποτύπωση του συνόλου των επιχειρήσεων παγκοσμίως. Η έκθεση βασίζεται σε περισσότερες από 500 απαντήσεις στην έρευνα του Ιουλίου-Αυγούστου 2026, αλλά και σε δεδομένα από Bloomberg, CDP, LSEG, MSCI και ανάλυση περίπου 10.000 οργανισμών με εργαλεία AI.
Συνολικά, το TNFD 2026 Status Report αποτυπώνει μια αγορά που βρίσκεται ακόμη σε πρώιμη φάση αλλά κινείται γρήγορα. Το nature reporting διευρύνεται, οι επενδυτές ζητούν μεγαλύτερη κανονιστική συνέπεια και οι κίνδυνοι για το νερό, τη γη, τα οικοσυστήματα και τις αλυσίδες αξίας εισέρχονται σταδιακά στη συζήτηση για risk management και stewardship.
Η επόμενη πρόκληση είναι σαφής: τα δεδομένα για τη φύση πρέπει να περάσουν από το επίπεδο των γνωστοποιήσεων στις πραγματικές αποφάσεις για κεφάλαια, επενδύσεις και εταιρικές στρατηγικές. Και εκεί, όπως δείχνει η έκθεση, η αγορά έχει ακόμη αρκετή απόσταση να καλύψει.
Πηγή: Taskforce on Nature-related Financial Disclosures (TNFD),
Η έκθεση καταγράφει πάνω από 1.000 οργανισμούς σε 56 δικαιοδοσίες και 58 κλάδους που πραγματοποιούν κάποια μορφή γνωστοποίησης ευθυγραμμισμένης με το TNFD.