Η συζήτηση γύρω από το εάν οι αμυντικές εταιρείες μπορούν να ενταχθούν σε ESG, responsible ή sustainable investment στρατηγικές έχει επιστρέψει δυναμικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τη γενικότερη επιδείνωση του γεωπολιτικού περιβάλλοντος. Για τους Neville White και Alan Whittle, ωστόσο, η ανάγκη των κρατών να διαθέτουν επαρκή αμυντική ικανότητα δεν αρκεί για να μετατρέψει αυτομάτως τις επενδύσεις στην αμυντική βιομηχανία σε «ηθικές» ή «βιώσιμες».
.
Η ηθική χρηματοδότηση, όπως επισημαίνουν, δεν λειτουργεί με απολύτως αντικειμενικούς κανόνες. Αυτό που θεωρείται ethical διαφέρει ανάλογα με τον επενδυτή, την κοινωνική ομάδα ή ακόμη και τη θρησκευτική παράδοση. Παρ' όλα αυτά, τα ethical funds ιστορικά έχουν αποκλείσει με αρκετή συνέπεια ορισμένους κλάδους – τα λεγόμενα «sin stocks» – όπως αλκοόλ, όπλα, τυχερά παιχνίδια, πορνογραφία και καπνό. Στον αμυντικό κλάδο, βέβαια, οι αποκλεισμοί διαφέρουν: ορισμένα funds αποκλείουν συνολικά την παραγωγή όπλων και άλλα περιορίζονται σε controversial weapons ή weapons of mass destruction.
Το επιχείρημα της αυτοάμυνας
Το βασικό επιχείρημα υπέρ της ένταξης της άμυνας σε ένα ESG πλαίσιο είναι ισχυρό: ένα κράτος που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον πληθυσμό του τον αφήνει εκτεθειμένο σε επιθετικότητα, κατοχή ή καταπίεση. Η στρατιωτική ισχύς μπορεί να λειτουργήσει ως deterrent και να προστατεύσει τόσο το ίδιο το κράτος όσο και τους συμμάχους του.
Οι συγγραφείς, όμως, υπογραμμίζουν ότι η λειτουργία των όπλων δεν περιορίζεται στην αποτροπή. Τα ίδια συστήματα μπορούν να καταστρέψουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις και να εξουδετερώσουν στρατιώτες, αλλά μπορούν επίσης να σκοτώσουν αμάχους, να καταστρέψουν πολιτικές υποδομές και να προκαλέσουν περιβαλλοντική ρύπανση. Οποιαδήποτε ηθική δικαιολόγηση μιας επένδυσης στην αμυντική βιομηχανία πρέπει, κατά την άποψή τους, να αντιμετωπίσει και αυτή την πλευρά.
Στο πλαίσιο αυτό επαναφέρουν και τη θεωρία του «δίκαιου πολέμου», από τον Αυγουστίνο και τον Θωμά Ακινάτη: δίκαιη αιτία, νόμιμη εξουσία, ορθή πρόθεση, χρήση βίας ως έσχατη λύση, πιθανότητα επιτυχίας και αναλογικότητα. Το πρόβλημα, κατά τους ίδιους, είναι ότι ακόμη και ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί επιλεκτικά από κυβερνήσεις που επιχειρούν να δικαιολογήσουν τη χρήση βίας για δικούς τους σκοπούς.
Η άμυνα ως δημόσιο αγαθό
Οι White και Whittle κάνουν μία ακόμη διάκριση: η εθνική άμυνα μπορεί να είναι αναγκαία, αλλά παραμένει πρωτίστως δημόσιο αγαθό. Το κράτος είναι εκείνο που έχει την ευθύνη να εξασφαλίζει την άμυνα του πληθυσμού και να χρηματοδοτεί τις σχετικές δυνατότητες.
Η αμυντική βιομηχανία έχει, φυσικά, οικονομικά οφέλη. Δημιουργεί θέσεις εργασίας, τεχνογνωσία, εξαγωγές, φορολογικά έσοδα και τεχνολογική καινοτομία. Οι χώρες με παραγωγική δυνατότητα μεγαλύτερη από τις εσωτερικές τους ανάγκες μπορούν επίσης να ενισχύσουν την οικονομία τους μέσω εξαγωγών όπλων σε συμμάχους.
Για τους συγγραφείς, όμως, το επιχείρημα ότι ένας κλάδος έχει θετική κοινωνική συνεισφορά επειδή δημιουργεί jobs και tax revenues δεν αρκεί για να του αποδοθεί ESG χαρακτήρας. Αν αυτό ήταν το μόνο κριτήριο, παρόμοιο επιχείρημα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για άλλους κλάδους που παραδοσιακά αποκλείονται από ethical portfolios.
Πού τελειώνει η άμυνα και πού αρχίζει η επίθεση;
Εδώ εντοπίζουν οι συγγραφείς ένα από τα βασικότερα προβλήματα. Η διάκριση ανάμεσα σε «αμυντικά» και «επιθετικά» όπλα δεν είναι σταθερή ούτε εξαρτάται τελικά από τον κατασκευαστή.
Οι επιχειρήσεις του κλάδου πωλούν κατά κανόνα σε κυβερνήσεις και έχουν περιορισμένο έλεγχο για το πώς θα χρησιμοποιηθούν μακροπρόθεσμα τα συστήματα που παράγουν. Μια χώρα που σήμερα είναι σύμμαχος μπορεί αύριο να αλλάξει κυβέρνηση, στρατηγική ή γεωπολιτικό προσανατολισμό. Τα σύνορα είναι πορώδη και οι προτεραιότητες των καθεστώτων μεταβάλλονται.
Κατά συνέπεια, θεωρούν δύσκολο για έναν ESG investor να υποστηρίξει ότι επενδύει αποκλειστικά στην «εθνική άμυνα» μιας χώρας χωρίς παράλληλα να εκτίθεται στον ευρύτερο διεθνή εμπορικό κύκλο των όπλων.
Οι συγγραφείς επικαλούνται περιπτώσεις βρετανικών όπλων που, σύμφωνα με οργανώσεις και δημοσιεύματα που αναφέρουν, είχαν εξαχθεί σε κράτη για τα οποία προέκυψαν αργότερα ανησυχίες σχετικά με τον τρόπο χρήσης τους σε συγκρούσεις. Το επιχείρημά τους είναι ότι η τελική χρήση ενός οπλικού συστήματος δεν μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα τη στιγμή της πώλησης.
Το πρόβλημα της επένδυσης στη δευτερογενή αγορά
Υπάρχει και ένα καθαρά επενδυτικό ζήτημα. Η αγορά μετοχών μιας αμυντικής εταιρείας στη δευτερογενή αγορά δεν σημαίνει ότι η εταιρεία λαμβάνει νέο κεφάλαιο για συγκεκριμένη αμυντική δραστηριότητα. Πρόκειται για το ίδιο πρόβλημα που εμφανίζεται και στην άλλη πλευρά του ESG: η αγορά μιας «πράσινης» μετοχής δεν σημαίνει από μόνη της ότι δημιουργείται επιπλέον environmental impact.
Οι White και Whittle εξετάζουν ως πιθανή πιο διαφανή λύση ειδικά defence infrastructure bonds, μέσω των οποίων τα κεφάλαια θα μπορούσαν να κατευθύνονται συγκεκριμένα σε εθνικές αμυντικές υποδομές. Ένα τέτοιο μοντέλο, υποστηρίζουν, θα μπορούσε να λειτουργεί περισσότερο όπως τα green gilts, με σαφέστερη σύνδεση μεταξύ της χρηματοδότησης και του τελικού σκοπού της.
Παράλληλα θέτουν το ερώτημα εάν ένας επενδυτής χρειάζεται πράγματι να κατέχει defence stocks για να στηρίζει την εθνική άμυνα. Καθώς η άμυνα χρηματοδοτείται μέσα από τον κρατικό προϋπολογισμό, ένας επενδυτής σε κρατικά ομόλογα έχει ήδη έμμεση έκθεση στη χρηματοδότηση της αμυντικής πολιτικής, χωρίς να επενδύει απευθείας σε κατασκευαστές όπλων.
Η AI και ο νέος πόλεμος κάνουν το ESG δίλημμα δυσκολότερο
Η τεχνολογία περιπλέκει ακόμη περισσότερο την ηθική συζήτηση. Μέχρι πρόσφατα, η επενδυτική επιλογή αφορούσε κυρίως εταιρείες που κατασκεύαζαν στρατιωτικό materiel και οπλικά συστήματα υπό ανθρώπινο έλεγχο.
Η ανάπτυξη drones, autonomous systems και AI αλλάζει αυτή την πραγματικότητα. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η στρατιωτική δράση μπορεί πλέον να διεξάγεται σε μεγαλύτερο βαθμό εξ αποστάσεως, ενώ οι κυβερνήσεις και οι στρατιωτικές αρχές βρίσκονται αντιμέτωπες με το ερώτημα πόση αυτονομία μπορεί να δοθεί σε συστήματα που λαμβάνουν αποφάσεις στο πεδίο της μάχης χωρίς άμεση ανθρώπινη παρέμβαση.
Αυτή η μετατόπιση, κατά τους συγγραφείς, αυξάνει και όχι μειώνει την ανάγκη οι responsible investors να εξετάζουν τα ethical implications της αμυντικής τεχνολογίας.
Εθνική άμυνα δεν σημαίνει αυτομάτως sustainable investment
Η τελική θέση των White και Whittle δεν είναι ότι τα κράτη δεν πρέπει να διαθέτουν στρατιωτική ισχύ. Αντιθέτως, αναγνωρίζουν ρητά το δικαίωμα των κρατών στην αυτοάμυνα και στην προστασία από την καταπίεση.
Εκεί όπου διαφωνούν είναι στο επόμενο βήμα: ότι δηλαδή αυτή η αναγκαιότητα αρκεί για να δικαιολογήσει την ένταξη των defence companies σε funds που φέρουν χαρακτηρισμούς όπως ethical, responsible ή sustainable.
Για τους ίδιους, οι επενδύσεις αυτού του τύπου πρέπει να λειτουργούν και ως τρόπος έκφρασης των αξιών του επενδυτή. Με αυτό το κριτήριο, θεωρούν ότι η μεταβαλλόμενη φύση των συγκρούσεων, η αβεβαιότητα για την τελική χρήση των όπλων και η αυξανόμενη φονικότητα της σύγχρονης τεχνολογίας δεν παρέχουν επαρκή βάση για να θεωρηθεί η άμυνα κανονικό μέρος ενός dedicated ESG ή ethical portfolio.
Πηγή: FT Adviser
Neville Whiteκ Σύμβουλος ESG και Alan Whittle πιστοποιημένος χρηματοοικονομικός σύμβουλος.