Έντεκα χρόνια μετά τη δέσμευση των παγκόσμιων ηγετών να συγκρατήσουν την άνοδο της θερμοκρασίας αρκετά κάτω από τους 2°C και να επιδιώξουν τον περιορισμό της στους 1,5°C, το διεθνές περιβάλλον έχει αλλάξει σημαντικά.
.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι αλλαγές στην κλιματική πολιτική, ο εμπορικός προστατευτισμός και η αυξανόμενη ενεργειακή ζήτηση έχουν δυσκολέψει την εφαρμογή των δεσμεύσεων που αναλαμβάνουν οι κυβερνήσεις.
Για τις επιχειρήσεις, αυτό γεννά ένα βασικό ερώτημα: εξακολουθεί να αξίζει να παρακολουθούν τις διασκέψεις COP;
Η απάντηση των δύο αναλυτών της ING είναι καταφατική. Όπως επισημαίνουν, οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν σε αφηρημένους κλιματικούς στόχους, αλλά σε οικονομικά βιώσιμα έργα και δραστηριότητες. Και σε πολλές περιπτώσεις εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες με πρακτικά και οικονομικά εμπόδια.
Οι περιορισμοί των δικτύων και οι υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας δυσκολεύουν την ηλεκτροκίνηση. Τα βιομηχανικά προϊόντα χαμηλότερων εκπομπών δυσκολεύονται να βρουν αγοραστές πρόθυμους να πληρώσουν υψηλότερη τιμή. Παράλληλα, τα σχέδια προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή δεν μετατρέπονται πάντοτε σε έργα που μπορούν να χρηματοδοτηθούν.
Σε έρευνα του ΟΗΕ το 2025 σε περισσότερους από 2.000 διευθύνοντες συμβούλους από 128 χώρες, το 92% χαρακτήρισε την ισχυρή παγκόσμια διακυβέρνηση και τον συντονισμό των πολιτικών «κρίσιμα» ή «σημαντικά» για την εφαρμογή των στρατηγικών βιωσιμότητας.
Για τους Zhang και Hieminga, ακριβώς εκεί βρίσκεται η χρησιμότητα της COP31: στη δυνατότητα να συντονίσει πολιτικές, να βελτιώσει τις επενδυτικές συνθήκες και να συνδέσει τις επιχειρήσεις με κεφάλαια και λύσεις.
Η ηλεκτροκίνηση ως οικονομική και ενεργειακή προτεραιότητα
Ο πρώτος τομέας που ξεχωρίζει η ING είναι η ηλεκτροκίνηση. Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται λόγω της τεχνητής νοημοσύνης, των ηλεκτρικών οχημάτων, των αντλιών θερμότητας και της απανθρακοποίησης της βιομηχανίας και πλέον αναπτύσσεται με ρυθμό διπλάσιο από τη συνολική ενεργειακή ζήτηση.
Σύμφωνα με την ανάλυση, ο ηλεκτρισμός αντιστοιχεί περίπου στο 23% της παγκόσμιας τελικής κατανάλωσης ενέργειας, αλλά υποστηρίζει δραστηριότητες που αντιστοιχούν στο 46% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Η προεδρία της COP31 έχει θέσει ως στόχο την αύξηση του μεριδίου της ηλεκτρικής ενέργειας στην τελική κατανάλωση από 23% σήμερα σε 35% έως το 2035.
Για να επιτευχθεί αυτό, ωστόσο, πρέπει να αντιμετωπιστεί ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια: τα ηλεκτρικά δίκτυα. Η συμφόρηση και οι καθυστερήσεις στις συνδέσεις μπορούν, κατά την ING, να επιβραδύνουν την ηλεκτροκίνηση, να αυξήσουν τα κόστη και να καθυστερήσουν επενδύσεις που εξαρτώνται από την πρόσβαση σε ηλεκτρική ενέργεια.
Οι Zhang και Hieminga θεωρούν ότι η COP31 θα μπορούσε να συμβάλει με σαφέστερους οδικούς χάρτες, ενδιάμεσους στόχους, καλύτερη ανταλλαγή τεχνογνωσίας, περισσότερη χρηματοδότηση για αναπτυσσόμενες χώρες και περιορισμό των εμποδίων στις αδειοδοτήσεις.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδουν και στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι φόροι και χρεώσεις δικτύου που αυξάνουν το κόστος μπορούν να καταστήσουν την ηλεκτροκίνηση λιγότερο ανταγωνιστική σε σχέση με τα ορυκτά καύσιμα.
Η πράσινη βιομηχανία και το πρόβλημα του κόστους
Ο δεύτερος τομέας είναι η απανθρακοποίηση της βιομηχανίας. Χάλυβας, τσιμέντο και αερομεταφορές αντιστοιχούν περίπου στο 20% των παγκόσμιων εκπομπών, σύμφωνα με την ανάλυση, αλλά ανήκουν στους δυσκολότερους κλάδους ως προς τη μείωσή τους.
Πολλές τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών παραμένουν ακριβότερες από τις συμβατικές και απαιτούν σημαντικές αλλαγές στις εγκαταστάσεις και στις παραγωγικές διαδικασίες. Η COP31 επικεντρώνεται περισσότερο στην εφαρμογή της υπάρχουσας ατζέντας παρά στη θέσπιση νέων στόχων.
Μετά τη Διακήρυξη του Μπελέμ για την παγκόσμια πράσινη εκβιομηχάνιση στην COP30, κυβερνήσεις υπό την ηγεσία της Βραζιλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου κινητοποίησαν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια χρηματοδότησης με ευνοϊκούς όρους για τη βραζιλιάνικη βιομηχανία και χρηματοδότησαν 12 έργα υδρογόνου.
Ωστόσο, το υψηλότερο κόστος των καθαρότερων τεχνολογιών εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο. Η ζήτηση για βιομηχανικά προϊόντα χαμηλών εκπομπών παραμένει περιορισμένη, ενώ σε πολλές περιπτώσεις λείπουν και οι απαραίτητες υποδομές.
Για την ING, μία από τις δυνατότητες της COP31 είναι να βοηθήσει τις κυβερνήσεις να δημιουργήσουν μεγαλύτερη και πιο προβλέψιμη ζήτηση μέσω μακροπρόθεσμων δημόσιων προμηθειών προϊόντων χαμηλότερων εκπομπών.
Μια τέτοια προσέγγιση, υποστηρίζουν οι συντάκτες, θα μπορούσε να προσφέρει στους επενδυτές μεγαλύτερη βεβαιότητα για τα μελλοντικά έσοδα και να διευκολύνει τη χρηματοδότηση βιομηχανικών έργων μεγάλης κλίμακας.
Τα 2 τρισ. δολάρια δεν αρκούν
Ο τρίτος άξονας αφορά την κλιματική χρηματοδότηση. Οι παγκόσμιες ροές χρηματοδότησης για το κλίμα έφθασαν περίπου τα 2 τρισ. δολάρια το 2024 και συνέχισαν να αυξάνονται το 2025, αν και με χαμηλότερο ρυθμό.
Το συνολικό ποσό, όμως, αποκρύπτει σημαντικές ανισορροπίες. Από τα 2 τρισ. δολάρια, περίπου 1,9 τρισ. κατευθύνθηκαν στον περιορισμό των εκπομπών. Παρόλα αυτά, η χρηματοδότηση υπολείπεται σημαντικά των εκτιμώμενων αναγκών, τις οποίες η ING τοποθετεί μεταξύ 7,6 και 9,6 τρισ. δολαρίων.
Ακόμη μεγαλύτερο είναι το κενό στην προσαρμογή. Μόλις 64 δισ. δολάρια κατευθύνθηκαν αποκλειστικά σε επενδύσεις προσαρμογής, παρά την αυξανόμενη έκθεση επιχειρήσεων και οικονομιών σε φυσικούς κλιματικούς κινδύνους.
Ταυτόχρονα, μεγάλο μέρος των κεφαλαίων παραμένει στις προηγμένες οικονομίες ή προέρχεται από εγχώριες πηγές. Οι διεθνείς χρηματοδοτικές ροές προς τις αναπτυσσόμενες χώρες ανήλθαν σε περίπου 175 δισ. δολάρια, πολύ χαμηλότερα από τον στόχο των 1,3 τρισ. δολαρίων ετησίως έως το 2035 που είχε τεθεί στην COP29.
Για τους συντάκτες, η μεικτή χρηματοδότηση, όπου δημόσιοι πόροι χρησιμοποιούνται για τη μείωση του κινδύνου και την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων, μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης.
Ωστόσο, πολλοί επενδυτές εξακολουθούν να μην έχουν επαρκή δεδομένα, κατάλληλα έργα ή πρόσβαση στα δίκτυα συνεργασίας που απαιτούνται.
Η προσαρμογή γίνεται επιχειρηματική ανάγκη
Ο τέταρτος τομέας είναι η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Όλο και περισσότερες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν άμεσα τις συνέπειες ακραίων καιρικών φαινομένων στις δραστηριότητες και στις εφοδιαστικές τους αλυσίδες.
Η ING επικαλείται προηγούμενη ανάλυσή της για τις επιπτώσεις από την ξηρασία στον Ρήνο, τους τυφώνες στις ΗΠΑ και άλλα ακραία φαινόμενα. Συνολικά, οι φυσικοί κλιματικοί κίνδυνοι θα μπορούσαν να κοστίζουν στις επιχειρήσεις του δείκτη S&P Global 1200 έως 1,2 τρισ. δολάρια ετησίως μέχρι το 2050.
Ένα από τα προβλήματα, σύμφωνα με τους Zhang και Hieminga, είναι ότι η προσαρμογή αντιμετωπίζεται συχνά αποκλειστικά ως δαπάνη για την αποφυγή ζημιών.
Μπορεί όμως να δημιουργήσει και οικονομική αξία. Επενδύσεις σε ανθεκτικότερες εγκαταστάσεις, συστήματα ψύξης, διαφοροποίηση προμηθευτών και υλικά που αντέχουν καλύτερα σε ακραίες κλιματικές συνθήκες μπορούν να βελτιώσουν την αξιοπιστία των δραστηριοτήτων και τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα.
Έρευνα του World Resources Institute που επικαλείται η ING εκτιμά ότι κάθε 1 δολάριο επένδυσης στην προσαρμογή μπορεί να δημιουργήσει έως 10 δολάρια οφέλους. Σε ιδιαίτερα εκτεθειμένους κλάδους η απόδοση μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Για τον τομέα τροφίμων και ποτών, το World Economic Forum εκτιμά οφέλη 19 έως 43 δολαρίων για κάθε δολάριο επένδυσης.
Από τα εθνικά σχέδια σε επενδύσιμα έργα
Για την ING, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα είναι ότι πολλά εθνικά σχέδια προσαρμογής παραμένουν σε υψηλό επίπεδο και δεν μεταφράζονται σε συγκεκριμένα έργα με σαφή κόστη, κινδύνους και οικονομικές αποδόσεις. Η COP31 μπορεί να συμβάλει σε αυτή τη μετάβαση.
Οι συντάκτες ξεχωρίζουν την προτεινόμενη πρωτοβουλία Climate Implementation Bridge (BRIDGE), η οποία θα μπορούσε να συγκεντρώνει πληροφορίες για τεχνικές απαιτήσεις, κόστη, κινδύνους και οφέλη συγκεκριμένων έργων.
Η επέκταση ενός τέτοιου μηχανισμού σε περισσότερες χώρες, υποστηρίζουν, θα μπορούσε να διευκολύνει τράπεζες, επενδυτές και επιχειρήσεις να εντοπίζουν και να αξιολογούν ευκαιρίες χρηματοδότησης στην προσαρμογή. Τα οφέλη θα μπορούσαν να επεκταθούν σε ολόκληρες αλυσίδες εφοδιασμού, καθώς η λειτουργία μιας επιχείρησης εξαρτάται όλο και περισσότερο από την ανθεκτικότητα των προμηθευτών της.
Γιατί η COP31 εξακολουθεί να έχει σημασία
Το συμπέρασμα της ING είναι ότι οι αποτελεσματικές στρατηγικές βιωσιμότητας μπορούν να στηρίξουν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη των επιχειρήσεων, αλλά λειτουργούν καλύτερα όταν συνοδεύονται από συντονισμένη δημόσια πολιτική και διεθνή συνεργασία.
Οι COP εξακολουθούν, κατά τους Zhang και Hieminga, να προσφέρουν έναν χώρο όπου κυβερνήσεις και επιχειρήσεις μπορούν να συντονίσουν πολιτικές, χρηματοδότηση και επενδύσεις.
Η COP31 μπορεί να μη δημιουργήσει μια νέα συμφωνία αντίστοιχη του Παρισιού. Για τις επιχειρήσεις, όμως, η σημασία της μπορεί να κριθεί από κάτι πιο πρακτικό: εάν θα υπάρξει πρόοδος που θα κάνει οικονομικά ευκολότερες τις επενδύσεις σε ηλεκτροκίνηση, καθαρότερη βιομηχανία, κλιματική χρηματοδότηση και προσαρμογή.
Πηγή: ING THINK
Coco Zhang and Gerben Hieminga, στελέχη της ING και του ING Think.