Η κλιματική αλλαγή δεν είναι ποτέ ουδέτερη ως προς το ποιος πληρώνει το κόστος. Μια ξηρασία που ανεβάζει τις τιμές των τροφίμων επιβαρύνει περισσότερο τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, επειδή διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για βασικά αγαθά. Μια νέα απαίτηση ενεργειακής απόδοσης μπορεί να ενισχύσει την αξία ενός ήδη αναβαθμισμένου ακινήτου, ενώ ένα σπίτι σε περιοχή με υψηλό κίνδυνο πλημμύρας μπορεί να χάσει μέρος της αξίας του. Η μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών δημιουργεί ευκαιρίες, αλλά ταυτόχρονα μεταφέρει κόστος και κινδύνους με εξαιρετικά άνισο τρόπο.
Ακριβώς γι’ αυτό οι επιπτώσεις αυτές πρέπει να ενδιαφέρουν την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Όχι επειδή η ΕΚΤ είναι εκείνη που αποφασίζει ποιος πρέπει να επωμιστεί το κόστος της πράσινης μετάβασης, αλλά επειδή οι ανισότητες μπορούν να ενισχύσουν και να παρατείνουν ένα οικονομικό σοκ. Όταν οι απώλειες συγκεντρώνονται σε νοικοκυριά, επιχειρήσεις ή περιοχές με περιορισμένες δυνατότητες προσαρμογής, το πρόβλημα παύει να είναι τοπικό και μπορεί να μεταδοθεί μέσω της αγοράς εργασίας, της κατανάλωσης, της αγοράς κατοικίας και του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Από μια τοπική κρίση σε ευρύτερο οικονομικό σοκ
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι μια περιοχή που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εξόρυξη άνθρακα. Η σταδιακή κατάργηση του άνθρακα δεν επηρεάζει μόνο μία επιχείρηση. Μπορεί ταυτόχρονα να μειώσει την απασχόληση, να πλήξει τα εισοδήματα, να περιορίσει την κατανάλωση, να αποδυναμώσει τις τοπικές επιχειρήσεις και να συμπιέσει τις τιμές των ακινήτων.
Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος. Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν χαμηλότερη ζήτηση, οι εργαζόμενοι δυσκολεύονται να βρουν εναλλακτική απασχόληση, η αγορά κατοικίας εξασθενεί και τα δάνεια γίνονται περισσότερο ευάλωτα. Σε μια περισσότερο διαφοροποιημένη οικονομική περιοχή, αντίθετα, οι εργαζόμενοι μπορούν ευκολότερα να μετακινηθούν σε νέους κλάδους και η προσαρμογή γίνεται ταχύτερα.
Η γεωγραφία της μετάβασης επομένως έχει σημασία. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε το συνολικό κόστος ενός κλιματικού ή μεταβατικού σοκ. Πρέπει να γνωρίζουμε και πού συγκεντρώνεται.
Τρόφιμα, ενέργεια και πληθωρισμός
Οι τιμές των τροφίμων και της ενέργειας έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη νομισματική πολιτική, επειδή επηρεάζουν άμεσα τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό. Ακραία καιρικά φαινόμενα μπορούν να περιορίσουν την παραγωγή, να διαταράξουν τις αλυσίδες εφοδιασμού και να αυξήσουν τις τιμές, ενώ οι πολιτικές μετάβασης μπορούν επίσης να μεταβάλουν το κόστος ενέργειας και παραγωγής.
Η επίπτωση δεν είναι ίδια για όλα τα νοικοκυριά. Όσο χαμηλότερο είναι το εισόδημα, τόσο μεγαλύτερο είναι συνήθως το ποσοστό που κατευθύνεται σε βασικές ανάγκες. Μια παρατεταμένη αύξηση σε τρόφιμα και ενέργεια μειώνει επομένως δυσανάλογα το διαθέσιμο εισόδημα των πιο ευάλωτων νοικοκυριών, περιορίζοντας τις δαπάνες τους για άλλα αγαθά και υπηρεσίες.
Εάν οι αυξήσεις αυτές επιμένουν, μπορούν να επηρεάσουν και τις μισθολογικές απαιτήσεις, δημιουργώντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Παράλληλα, νοικοκυριά με μικρά οικονομικά περιθώρια μπορεί να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερη δυσκολία στην εξυπηρέτηση δανείων. Ένα κλιματικό σοκ μπορεί έτσι να μετατραπεί σταδιακά σε ζήτημα τόσο price stability όσο και credit risk.
Οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι δεν επηρεάζονται το ίδιο
Η κλιματική αλλαγή δημιουργεί επίσης άνισες επιπτώσεις στην παραγωγικότητα. Οι καύσωνες, για παράδειγμα, περιορίζουν την απόδοση της εργασίας, αλλά το κόστος δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Μικρότερες επιχειρήσεις, εργαζόμενοι σε περισσότερο εκτεθειμένους κλάδους και περιοχές με μεγαλύτερη θερμική επιβάρυνση μπορεί να αντιμετωπίζουν σοβαρότερες συνέπειες.
Το ίδιο συμβαίνει και με την κλιματική πολιτική. Η τιμολόγηση του άνθρακα ή η σταδιακή εγκατάλειψη δραστηριοτήτων υψηλών εκπομπών δημιουργεί πολύ μεγαλύτερο κόστος προσαρμογής για εργαζομένους σε carbon-intensive επαγγέλματα από ό,τι για άλλες κατηγορίες εργαζομένων.
Η μετάβαση μπορεί να απαιτεί επανεκπαίδευση, αλλαγή επαγγέλματος ή ακόμη και μετακίνηση σε διαφορετική περιοχή. Αν οι δυνατότητες αυτές δεν υπάρχουν, ένα προσωρινό transition shock μπορεί να εξελιχθεί σε μακροχρόνια ανεργία και διαρθρωτική αδυναμία μιας ολόκληρης περιοχής.
Το κλίμα περνά και στις τιμές των ακινήτων
Για τα περισσότερα νοικοκυριά που διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία, το σπίτι είναι το σημαντικότερο περιουσιακό τους στοιχείο. Αυτό καθιστά τους οικογενειακούς ισολογισμούς ιδιαίτερα ευαίσθητους στους φυσικούς κλιματικούς κινδύνους.
Επαναλαμβανόμενες πλημμύρες, πυρκαγιές ή άλλα ακραία φαινόμενα μπορούν να μειώσουν την αξία ενός ακινήτου και συνεπώς και την αξία του ως τραπεζική εξασφάλιση. Παράλληλα, αυστηρότερες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης μπορούν να δημιουργήσουν premium για τα αποδοτικά ακίνητα και discount για εκείνα που χρειάζονται μεγάλες επενδύσεις αναβάθμισης.
Εδώ εμφανίζεται ξανά η διάσταση της ανισότητας. Ένα νοικοκυριό με υψηλότερο εισόδημα μπορεί ευκολότερα να χρηματοδοτήσει ενεργειακή αναβάθμιση, να πληρώσει υψηλότερο ασφαλιστικό κόστος, να προστατεύσει την κατοικία του από φυσικές καταστροφές ή ακόμη και να μετακινηθεί σε ασφαλέστερη περιοχή. Ένα χαμηλότερου εισοδήματος νοικοκυριό έχει πολύ μικρότερη δυνατότητα να κάνει το ίδιο.
Οι επιπτώσεις αυτές δεν περιορίζονται στις κατοικίες. Η αξία γης μπορεί να αυξάνεται σε περιοχές με χαμηλότερο φυσικό κλιματικό κίνδυνο και περιορισμένη προσφορά, ενώ περιοχές με επιδείνωση του περιβάλλοντος ή ασθενέστερες οικονομικές προοπτικές μπορεί να δουν τις αξίες να σταθεροποιούνται ή να υποχωρούν καθώς κάτοικοι και επιχειρήσεις μετακινούνται.
Και τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία δεν μένουν ανεπηρέαστα
Οι climate και transition risks επηρεάζουν επίσης τις προσδοκίες για τη μελλοντική κερδοφορία των επιχειρήσεων. Μια εταιρεία που βρίσκεται σε κλάδο ιδιαίτερα εκτεθειμένο στην ενεργειακή μετάβαση μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης ακριβώς τη στιγμή που χρειάζεται περισσότερα κεφάλαια για να επενδύσει σε καθαρότερες τεχνολογίες.
Αυτή είναι μία από τις αντιφάσεις της μετάβασης: οι επιχειρήσεις που χρειάζονται περισσότερο κεφάλαιο για να αλλάξουν μπορεί να είναι ταυτόχρονα εκείνες που θεωρούνται περισσότερο εκτεθειμένες στον transition risk και άρα αντιμετωπίζουν δυσκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση.
Η κοινωνική αποδοχή είναι και οικονομικός κίνδυνος
Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση που αφορά άμεσα τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Εάν οι πολιτικές μετάβασης γίνουν αντιληπτές ως άδικες, η κοινωνική στήριξη προς αυτές μπορεί να μειωθεί. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πολιτικές ανατροπές, καθυστερήσεις και μια λογική stop-and-go.
Για τις επιχειρήσεις και τις αγορές, η αβεβαιότητα αυτή είναι ιδιαίτερα προβληματική. Οι επενδύσεις στην ενεργειακή μετάβαση έχουν μακροχρόνιο ορίζοντα και απαιτούν σταθερές προσδοκίες για το ρυθμιστικό περιβάλλον. Όσο μεγαλύτερη είναι η αβεβαιότητα σχετικά με τη μελλοντική πολιτική, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος μιας disorderly transition.
Και εδώ βρίσκεται το σημείο στο οποίο το ζήτημα της δικαιοσύνης συναντά ευθέως τη νομισματική και χρηματοπιστωτική πολιτική. Μια κοινωνικά άνιση μετάβαση δεν είναι απλώς κοινωνικά δύσκολη. Μπορεί να γίνει και οικονομικά ασταθής.
Γιατί τελικά αφορά την ΕΚΤ
Για μια κεντρική τράπεζα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος «αξίζει» να επιβαρυνθεί περισσότερο ή λιγότερο από την κλιματική μετάβαση. Αυτό αποτελεί αντικείμενο της δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Το πραγματικό ερώτημα για την ΕΚΤ είναι αν οι άνισες επιπτώσεις ενός climate ή transition shock μπορούν να κάνουν το σοκ μεγαλύτερο, πιο επίμονο και περισσότερο μεταδοτικό.
Η κατανομή των επιπτώσεων επηρεάζει την κατανάλωση, την απασχόληση, τις αξίες των ακινήτων, τον πιστωτικό κίνδυνο, τις τιμές περιουσιακών στοιχείων και τελικά τον πληθωρισμό. Γι’ αυτό η ανάλυση του climate risk δεν μπορεί να περιορίζεται σε έναν μέσο όρο για ολόκληρη την οικονομία.
Ένα σοκ που μοιάζει διαχειρίσιμο σε μακροοικονομικό επίπεδο μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο σοβαρό όταν συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, κλάδους ή περιοχές με μικρή δυνατότητα προσαρμογής. Και όσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα οι επιπτώσεις αυτές να γίνουν μόνιμες, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η σημασία τους για τη νομισματική πολιτική.
Η κλιματική αλλαγή, επομένως, δεν δημιουργεί μόνο έναν νέο τύπο οικονομικού κινδύνου. Αναδιανέμει τους ήδη υπάρχοντες κινδύνους με τρόπο που μπορεί να ενισχύσει τις ανισότητες και να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ένα σοκ μεταδίδεται σε ολόκληρη την οικονομία. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι άνισες επιπτώσεις της πρέπει να βρίσκονται στο ραντάρ κάθε κεντρικής τράπεζας που έχει ευθύνη για τη σταθερότητα των τιμών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Πηγή: Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ECB)
Daniela Arlia και Rachele Rizzo, Κέντρο Κλιματικής Πολιτικής ΕΚΤ.