Το κόστος κεφαλαίου αποτελεί έναν από τους πιο κρίσιμους χρηματοοικονομικούς μοχλούς για κάθε επιχείρηση. Όταν είναι χαμηλό, επιτρέπει στις εταιρείες να επενδύουν πιο ανταγωνιστικά και αποδοτικά. Όταν είναι υψηλό, περιορίζει τις επενδύσεις, μειώνει τις αποδόσεις και διαβρώνει τη μακροπρόθεσμη αξία. Αυτο είναι ευρέως γνωστό. Αντικατοπτρίζει το ρίσκο που αναλαμβάνουν οι επενδυτές. Όσο υψηλότερο θεωρείται το ρίσκο μιας εταιρίας, τόσο υψηλότερο είναι και το κόστος κεφαλαίου της.Αυτο το οποίο ισως είναι λιγότερο γνωστό είναι ότι η διαχείριση του κλιματικού κινδύνου έχει άμεση συνάρτηση με το κόστος κεφαλαίου και πιθανόν, το σημαντικότερο επιχειρηματικό όφελος για την υιοθέτηση μιας αξιόπιστης κλιματικής στρατηγικής.
Τα στοιχεία και οι έρευνες που αποδεικνύουν την άμεση σχέση κόστους κεφαλαίου και κλιματική στρατηγική είναι πολλές:
- Ερευνα για τη σχέση μεταξύ κλιματικού κινδύνου και του σταθμισμένου μέσου κόστους κεφαλαίου (WACC) δείχνει ότι εταιρείες με αρνητικό περιβαλλοντικό προφίλ αντιμετωπίζουν υψηλότερα κόστη κεφαλαίου και επιτόκια δανεισμού, αντανακλώντας την αντίληψη των επενδυτών και των δανειστών για τους περιβαλλοντικούς κινδύνους.
- Αλλη μελέτη δείχνει τη σχέση μεταξύ δράσεων εταιρικής μείωσης εκπομπών και κόστους κεφαλαίου για 2100 εισηγμένες ιαπωνικές εταιρείες την περίοδο 2017-2021. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι υψηλότερη ένταση εκπομπών άνθρακα συσχετίζεται με αυξημένο κόστος μετοχικού και δανειακού κεφαλαίου, καθώς και WACC.
- Υπάρχει σημαντική ιστορική συσχέτιση μεταξύ της ESG αξιολόγησης μιας εταιρείας (MSCI) και του κόστους χρηματοδότησής της τόσο σε αγορές μετοχών όσο και σε αγορές ομολόγων, επιβεβαιώνοντάς το μέσω δυναμικών δεικτών αγοράς όπως το beta και τα spreads πιστωτικού κινδύνου.
- Όταν ζητήθηκε από χρηματοοικονομικά ιδρύματα παγκοσμίως να αξιολογήσουν την ελκυστικότητα των εταιρειών του χαρτοφυλακίου τους, το 77% δήλωσε ότι τις θεωρεί πιο ελκυστικές όταν διαθέτουν σχέδιο μετάβασης για το κλίμα (Climate Transition Plans - CTPs).
- Εμπειρική μελέτη έδειξε ‘οτι οι εκπομπές άνθρακα επηρεάζουν το κόστος κεφαλαίου των εταιρειών στις ΗΠΑ και διαπιστώθηκε ότι εταιρείες με υψηλότερες εκπομπές άνθρακα αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος κεφαλαίου στην πρωτογενή αγορά.
Επιχειρήσεις που ενσωματώνουν πολιτικές περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, όπως μειωμένες εκπομπές CO₂, ενεργειακή αποδοτικότητα και υπεύθυνες εφοδιαστικές αλυσίδες, θεωρούνται πιο ανθεκτικές και προβλέψιμες, μειώνοντας έτσι το επενδυτικό ρίσκο.Ενα παράδειγμα πρός μίμησιν είναι η Ørsted (Δανία) η οποία έκανε την μετάβαση από τον άνθρακα στην πράσινη ενέργεια. Η Ørsted, (πρώην Danish Oil and Natural Gas), μετέτρεψε το επιχειρηματικό της μοντέλο από την παραγωγή ενέργειας μέσω ορυκτών καυσίμων στην αιολική και ανανεώσιμη ενέργεια. Αυτή η στροφή επέτρεψε να έχει πιο ευνοϊκούς όρους δανεισμού από βιώσιμα κεφάλαια, βελτίωση της πιστοληπτικής της αξιολόγησης και ραγδαία αύξηση της χρηματιστηριακής της αξίας.
Η μείωση του κόστους κεφαλαίου, ακόμα και κατά μικρό ποσοστό, μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τις αποδόσεις και τη δημιουργία αξίας. Δεν περιορίζει απλώς τα έξοδα χρηματοδότησης, αλλά αυξάνει τη διαφορά μεταξύ της απόδοσης επί του επενδυμένου κεφαλαίου (ROIC) και του κόστους κεφαλαίου, ενισχύοντας άμεσα το οικονομικό κέρδος και τις αποδόσεις για τους μετόχους.
Επενδυτές και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δίνουν αυξανόμενη έμφαση στην περιβαλλοντική διάσταση των ESG, τιμολογώντας το κόστος δανεισμού ή συμμετοχής σε μετοχικά σχήματα με βάση την περιβαλλοντική στρατηγική της εταιρείας.
Με βάση τα παραπάνω, κάθε Διοικητικό Συμβούλιο ή ομάδα διοίκησης που δεν δίνει προτεραιότητα στον μετριασμό και την προσαρμογή της κλιματικής αλλαγής, ουσιαστικά αφήνει χρήματα στο τραπέζι και παραβιάζει το καθήκον επιμέλειας προς τα ενδιαφερόμενα μέρη.
Πηγές
(https://www.mdpi.com/2071-1050/16/23/10727)
(https://onlinelibrary.wiley.com/doi/10.1002/csr.2853
Η Μαριέττα Δοξοπούλου είναι Co-CEO της Yodiwo και Διευθύντρια στον τομέα Συμβουλευτικής Εταιρικών Χρηματοοικονομικών και Βιωσιμότητας της EUROCORP.