Υπάρχει μια παράξενη αντίφαση στη σημερινή κλιματική συζήτηση. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα γίνονται συχνότερα, οι οικονομικές ζημιές αυξάνονται και η κλιματική αλλαγή είναι ολοένα πιο ορατή στην καθημερινότητα. Κι όμως, η δημόσια συζήτηση γύρω από τις αιτίες της κρίσης δεν εντείνεται με τον ίδιο ρυθμό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, συμβαίνει το αντίθετο.
Η Helen Clarkson, CEO του Climate Group, περιγράφει αυτή τη σιωπή ως ένα από τα πιο επικίνδυνα χαρακτηριστικά της σημερινής συγκυρίας. Το ερώτημα που θέτει είναι απλό αλλά δύσκολο να αγνοηθεί: μήπως το 2026 θα είναι η χρονιά που αργότερα θα θυμόμαστε ως το σημείο όπου η κλιματική κρίση έγινε αδιαμφισβήτητη, αλλά η κοινωνική και επιχειρηματική συζήτηση γι’ αυτήν περιορίστηκε;
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, η κάλυψη της κλιματικής αλλαγής στα μέσα ενημέρωσης μειώθηκε κατά 38% μεταξύ 2021 και 2025. Τον Ιούνιο του 2026, που καταγράφηκε ως ο θερμότερος μήνας μέχρι τότε στη χώρα, περισσότερο από το 70% της σχετικής δημοσιογραφικής κάλυψης δεν έκανε καμία αναφορά στην κλιματική αλλαγή.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο επικοινωνιακό. Όταν η σύνδεση ανάμεσα στα ακραία φαινόμενα και στις βαθύτερες αιτίες τους χάνεται από τον δημόσιο διάλογο, εξασθενεί και η πίεση για δράση.
Ένας από τους λόγους για τη σιωπή είναι η αντίληψη ότι το κοινό έχει κουραστεί να ακούει για το κλίμα. Η Clarkson υποστηρίζει ότι αυτό είναι μόνο εν μέρει αληθινό. Οι πολίτες μπορεί να απομακρύνονται από τεχνικούς όρους και ακαδημαϊκή ορολογία, όχι όμως από τα προβλήματα όταν αυτά συνδέονται με όσα τους αφορούν άμεσα: την υγεία των παιδιών τους, το κόστος της ασφάλισης του σπιτιού τους ή την τιμή των τροφίμων.
Το κλίμα, με άλλα λόγια, δεν έχει χάσει τη σημασία του. Αυτό που έχει χάσει αποτελεσματικότητα είναι ο τρόπος με τον οποίο συχνά επικοινωνείται.
Από το greenwashing στο greenhushing
Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος παράγοντας: η έντονη πολιτικοποίηση της κλιματικής δράσης.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες η κλιματική πολιτική αποτελεί εδώ και χρόνια πεδίο κομματικής σύγκρουσης. Η Clarkson θεωρεί ότι αυτή η πολιτικοποίηση έχει πλέον μεταφερθεί σε μεγαλύτερο βαθμό και στη Βρετανία, όπου για χρόνια υπήρχε σχετικά ευρεία πολιτική συναίνεση γύρω από τον Climate Change Act και τους μακροπρόθεσμους στόχους μείωσης των εκπομπών.
Η άνοδος του λαϊκισμού, η λειτουργία των αλγορίθμων και η διάδοση της παραπληροφόρησης έχουν αλλάξει το περιβάλλον. Οι πολιτικές για το net zero παρουσιάζονται συχνά αποκλειστικά μέσα από το κόστος τους για τα νοικοκυριά, ενώ πολύ λιγότερο συζητούνται τα οικονομικά οφέλη ή, ακόμη σημαντικότερα, το κόστος της αδράνειας.
Η Clarkson αντιπαραβάλλει δύο αριθμούς. Οι καύσωνες του φετινού καλοκαιριού εκτιμάται ότι θα κοστίσουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση περίπου 180 δισ. ευρώ, ενώ η βρετανική οικονομία καθαρής ενέργειας δημιουργεί περίπου 105 δισ. λίρες ετησίως σε ακαθάριστη προστιθέμενη αξία, στηρίζει πάνω από 1 εκατ. θέσεις εργασίας και έχει προσελκύσει περισσότερες από 100 δισ. λίρες ιδιωτικών επενδύσεων από το 2024.
Ανεξάρτητα από το πώς αξιολογεί κανείς αυτές τις πολιτικές, το κρίσιμο σημείο είναι ότι η συζήτηση σπάνια γίνεται με ολόκληρη την οικονομική εικόνα.
Η ίδια λογική εμφανίζεται πλέον και στις επιχειρήσεις με τη μορφή του greenhushing: εταιρείες που επιλέγουν να μη μιλούν δημόσια για τους κλιματικούς στόχους ή τα sustainability programmes τους, φοβούμενες πολιτικές αντιδράσεις, κατηγορίες για greenwashing ή δημόσια έκθεση εάν τελικά δεν πετύχουν τους στόχους που έχουν θέσει.
Είναι εύκολο να θεωρήσει κανείς ότι αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Μια εταιρεία μπορεί να συνεχίζει να μειώνει τις εκπομπές της χωρίς να το διαφημίζει. Σε ένα επίπεδο, αυτό είναι σωστό.
Μέχρι ενός σημείου.
Όταν όμως η κλιματική στρατηγική παύει να συζητείται δημόσια, κινδυνεύει να χάσει και τη θέση της ως επιχειρηματική προτεραιότητα. Χωρίς την αίσθηση επείγοντος, ένα πρόγραμμα μείωσης εκπομπών μπορεί εύκολα να αντιμετωπιστεί ως ακόμη μία επενδυτική επιλογή απέναντι σε άλλες που υπόσχονται ταχύτερη απόδοση κεφαλαίου.
Το greenhushing μπορεί έτσι να οδηγήσει σε κάτι περισσότερο από λιγότερες ανακοινώσεις. Μπορεί σταδιακά να δημιουργήσει χαμηλότερες προσδοκίες, μικρότερη λογοδοσία και τελικά λιγότερη δράση.
Υπάρχει και μια κοινωνική διάσταση. Όταν επιχειρήσεις, θεσμοί και μέσα ενημέρωσης αποφεύγουν να μιλούν για το κλίμα, οι άνθρωποι που ανησυχούν για το ζήτημα μπορεί να αρχίσουν να πιστεύουν ότι βρίσκονται σε μειοψηφία. Αυτό μειώνει την αίσθηση συλλογικής κινητοποίησης και αφήνει περισσότερο χώρο στην άρνηση, την παραπληροφόρηση και την πολιτική πόλωση.
Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι από τη φύση της πρόβλημα συλλογικής δράσης. Καμία επιχείρηση, καμία κυβέρνηση και κανένας πολίτης δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει μόνος του.
Γι’ αυτό και η δημόσια τοποθέτηση των εταιρειών έχει σημασία. Όχι επειδή κάθε sustainability ανακοίνωση αποτελεί απόδειξη πραγματικής προόδου — το greenwashing έχει δείξει ακριβώς το αντίθετο. Αλλά επειδή η πλήρης σιωπή δεν αποτελεί λύση στο greenwashing.
Η καλύτερη απάντηση είναι περισσότερη διαφάνεια: σαφείς στόχοι, συγκεκριμένα δεδομένα, αναγνώριση των αποτυχιών και εξήγηση του τρόπου με τον οποίο μια επιχείρηση σκοπεύει να διορθώσει την πορεία της.
Οι εταιρείες δεν χρειάζεται να παρουσιάζονται ως τέλειες. Χρειάζεται όμως να μπορούν να πουν πού βρίσκονται, πού θέλουν να φτάσουν και τι έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα.
Σε μια περίοδο όπου η κλιματική κρίση γίνεται πιο ορατή αλλά η δημόσια συζήτηση φαίνεται να υποχωρεί, η σιωπή δεν είναι ουδέτερη. Δημιουργεί χώρο για άλλους να καθορίσουν το αφήγημα.
Και ίσως αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα του greenhushing: δεν προστατεύει απλώς τις εταιρείες από την κριτική. Μπορεί να αποδυναμώνει την ίδια τη συλλογική ικανότητα να αντιληφθούμε πόσο γρήγορα αλλάζει το περιβάλλον γύρω μας και πόσο επείγον είναι να δράσουμε.
Πηγή: Helen Clarkson, “Greenhushing is killing us: why companies must break their silence on climate change”, Ethical Corporation Magazine / Thomson Reuters,
Helen Clarkson, CEO του Climate Group