Clean Clothes Campaign: Μόλις 4 από 110 μεγάλες fashion brands δηλώνουν living wage στην εφοδιαστική τους αλυσίδα

Body

Η μισθολογική διαφάνεια παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες της μόδας, παρά την αυξανόμενη πίεση από επενδυτές, ρυθμιστικές αρχές και οργανώσεις εργαζομένων. Σύμφωνα με τη νέα έκδοση του Fashion Checker, του wage-monitoring project της διεθνούς οργάνωσης Clean Clothes Campaign, μόνο 4 από τις 110 μεγάλες clothing brands που αξιολογήθηκαν δηλώνουν ότι καταβάλλεται living wage σε κάποιο τμήμα της supply chain τους.

.

Στην έρευνα περιλαμβάνονται εταιρείες όπως Adidas, Chanel, Nike, Uniqlo και Zara. Αν και η διαφάνεια γύρω από τις τοποθεσίες παραγωγής έχει βελτιωθεί αισθητά από το 2020, η πραγματική μισθολογική εικόνα παραμένει σε μεγάλο βαθμό αθέατη: 41% των brands δημοσιοποιεί τουλάχιστον κάποια στοιχεία για τις εγκαταστάσεις των προμηθευτών του, ποσοστό αυξημένο κατά 28% σε σχέση με την πρώτη έκδοση του project, αλλά μόλις 3% δημοσιοποιεί wage levels στα εργοστάσια της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Έως 74% κάτω από το living wage

Τα στοιχεία που συγκέντρωσε ανεξάρτητα η Clean Clothes Campaign μέσω ερευνών σε εργαζομένους δείχνουν μεγάλη απόσταση μεταξύ των πραγματικών αποδοχών και ενός μισθού που θεωρείται επαρκής για την κάλυψη βασικών αναγκών εργαζομένου και οικογένειας, με ένα επιπλέον περιθώριο διαθέσιμου εισοδήματος.

Στο Μπανγκλαντές, οι εργαζόμενοι στη βιομηχανία ένδυσης αμείβονται κατά μέσο όρο 73% χαμηλότερα από το living wage, σύμφωνα με την οργάνωση. Στο Πακιστάν η απόσταση φθάνει το 74%, στη Σερβία το 63% και στην Τουρκία το 66%.

Το πρόβλημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς η ευρωπαϊκή νομοθεσία αυξάνει σταδιακά τις υποχρεώσεις των μεγάλων εταιρειών για τις συνθήκες που επικρατούν στις supply chains τους.

CSDDD: Η πίεση αυξάνεται από το 2029

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, από το 2029 μεγάλες επιχειρήσεις μόδας θα βρεθούν αντιμέτωπες με αυξημένες υποχρεώσεις στο πλαίσιο της Corporate Sustainability Due Diligence Directive (CSDDD) της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η νομοθεσία συνδέει τη due diligence ευθύνη των επιχειρήσεων και με την υποχρέωση να χρησιμοποιούν την επιρροή τους ώστε να συμβάλλουν σε επαρκές επίπεδο διαβίωσης στις αλυσίδες δραστηριοτήτων τους, συμπεριλαμβανομένου ενός living wage για τους εργαζομένους.

Η Clean Clothes Campaign εκτιμά ότι 30 από τις 110 εταιρείες που αξιολογούνται στο Fashion Checker αναμένεται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας, η οργάνωση θεωρεί ότι οι περισσότερες παραμένουν ανεπαρκώς προετοιμασμένες για τις σχετικές υποχρεώσεις.

Το 32% των brands έχει πραγματοποιήσει δημόσια δέσμευση ότι θα εργαστεί προς την κατεύθυνση living wage για όλους τους εργαζομένους στην εφοδιαστική αλυσίδα του. Ωστόσο, μόλις 3% διαθέτει δημόσιο, χρονικά προσδιορισμένο action plan για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Devold η μόνη που δηλώνει living wage στο 50% των εργοστασίων

Η νορβηγική εταιρεία outdoor και performance apparel Devold είναι η μόνη από τις επιχειρήσεις που αξιολογήθηκαν η οποία δηλώνει ότι περίπου 50% των supplier factories της καταβάλλει living wage.

Άλλες τρεις εταιρείες — Puma, Zeeman και Schijvens — αναφέρουν ότι living wage καταβάλλεται σε ποσοστό μεταξύ 1% και 25% των εργοστασίων της αλυσίδας προμηθευτών τους.

Για κανένα από τα υπόλοιπα brands, μεταξύ των οποίων Inditex, Amazon, H&M, Chanel και Adidas, δεν καταγράφεται αντίστοιχος ισχυρισμός ότι προμηθευτές τους καταβάλλουν living wage, ενώ σύμφωνα με το Fashion Checker δεν υπάρχει δημόσια τεκμηρίωση που να το αποδεικνύει.

Η Aileen Robinson, συντονίστρια του Fashion Checker, σημειώνει ότι από την έναρξη του project το 2019 η συνολική επίδοση των εταιρειών στα living wage scores έχει βελτιωθεί μόλις κατά 3%, με την Clean Clothes Campaign να αναφέρει ότι 96% των brands εξακολουθεί να αποτυγχάνει να αποδείξει ότι living wage καταβάλλεται έστω σε εργαζομένους της supply chain του.

Κέρδη των brands, στάσιμοι μισθοί

Η οργάνωση συνδέει το wage gap και με την πίεση που ασκείται στις τιμές παραγωγής. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνά της, οι μεγάλες brands πληρώνουν σήμερα, σε πραγματικούς όρους, περίπου 30% λιγότερο για ένα βαμβακερό T-shirt που παράγεται στο Μπανγκλαντές σε σχέση με πριν από 25 χρόνια.

Το εύρημα ενισχύει το επιχείρημα ότι οι μισθολογικές συνθήκες δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από purchasing practices, pricing pressure και τις εμπορικές σχέσεις μεταξύ brands και supplier factories.

Παράλληλα, 25% των εταιρειών που εξετάστηκαν δεν διαθέτει δημόσια προσβάσιμο grievance mechanism μέσω του οποίου οι εργαζόμενοι θα μπορούσαν να καταγγείλουν προβλήματα, συμπεριλαμβανομένων πιθανών παραβιάσεων στους μισθούς.

Η H&M αμφισβητεί την εικόνα της έκθεσης

Η H&M Group διαφωνεί με τον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνεται η δική της επίδοση στο Fashion Checker. Εκπρόσωπος του ομίλου δήλωσε στο ESG Dive ότι οι προμηθευτές της H&M καταβάλλουν σε πολλές χώρες μέσο μικτό μισθό υψηλότερο από τον νόμιμο κατώτατο μισθό και παρέπεμψε στα δημόσια wage data της εταιρείας.

Η ίδια η H&M αναγνωρίζει, πάντως, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο minimum wage δεν επαρκεί για την κάλυψη των βασικών αναγκών των εργαζομένων.

Στο Μπανγκλαντές, σύμφωνα με τα δεδομένα που δημοσιεύει η H&M, ο Gross Average Wage ανέρχεται στις 18.000 taka τον μήνα. Η Clean Clothes Campaign, επικαλούμενη benchmarks του Wage Indicator, τοποθετεί το living wage στις 30.000 taka.

Η οργάνωση θέτει επίσης ζήτημα μεθοδολογίας, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να αποσαφηνιστεί εάν ο gross average wage περιλαμβάνει υπερωρίες. Όπως επισημαίνει, ένας living wage θα πρέπει να μπορεί να επιτυγχάνεται στο πλαίσιο μιας κανονικής εβδομάδας εργασίας και όχι μέσω συστηματικού overtime.

Η H&M επικαλείται επίσης τη συμμετοχή της στο ACT Cambodia, συμφωνία brands και συνδικάτων που, όπως αναφέρει, έχει οδηγήσει σε δεσμευτική συμφωνία με την IndustriALL Global Union για συλλογικά διαπραγματευόμενους μισθούς και βελτιωμένες συνθήκες εργασίας. Η Clean Clothes Campaign, από την πλευρά της, θεωρεί ότι τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα αυτών των πρωτοβουλιών παραμένουν περιορισμένα.

Από τη δέσμευση στην απόδειξη

Το βασικό ζήτημα που αναδεικνύει το Fashion Checker δεν είναι πλέον αν οι εταιρείες χρησιμοποιούν τον όρο living wage στις sustainability commitments τους, αλλά εάν μπορούν να αποδείξουν ότι αυτός ο μισθός καταβάλλεται στην πράξη.

Η απόσταση μεταξύ του 32% που έχει κάνει δημόσια δέσμευση και του 3% που διαθέτει time-bound action plan δείχνει το χάσμα μεταξύ policy statements και εφαρμογής. Το ίδιο ισχύει και για τη διαφάνεια: η αποκάλυψη των ονομάτων ή των τοποθεσιών των εργοστασίων έχει αυξηθεί, αλλά η δημοσιοποίηση πραγματικών wage data παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.

Με την CSDDD να μεταφέρει σταδιακά τη due diligence βαθύτερα στις global value chains, το living wage μετατρέπεται έτσι από θέμα voluntary social responsibility σε μετρήσιμο supply-chain και compliance risk για ένα σημαντικό μέρος της διεθνούς βιομηχανίας μόδας.

Πηγή: ESG Dive /

Αρθρογράφος
Κύριος χαρακτηρισμός περιεχομένου
Image
Επικεφαλίδα

Η μισθολογική διαφάνεια παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες της μόδας, παρά την αυξανόμενη πίεση από επενδυτές, ρυθμιστικές αρχές και οργανώσεις εργαζομένων