Νέα πολιτική αντιπαράθεση για την κλιματική αλλαγή προκαλούν οι δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, ο οποίος αμφισβήτησε δημόσια τα αίτια της υπερθέρμανσης του πλανήτη, απομακρυνόμενος από την επιστημονική συναίνεση δεκαετιών.
.
Μιλώντας στο περιθώριο της εαρινής συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο Μπέσεντ υποστήριξε ότι είναι «δύσκολο να αποδομηθούν οι λόγοι» πίσω από την κλιματική αλλαγή, χαρακτηρίζοντας παράλληλα τη σχετική συζήτηση ως «πεποίθηση των ελίτ». Τόνισε δε ότι οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί θα πρέπει να επικεντρωθούν περισσότερο στην οικονομική ανάπτυξη και τη μείωση της φτώχειας.
Οι δηλώσεις αυτές έρχονται σε συνέχεια της ευρύτερης στρατηγικής της κυβέρνησης Τραμπ, η οποία έχει ανατρέψει μεγάλο μέρος της προηγούμενης πολιτικής για την πράσινη ενέργεια, ενισχύοντας ταυτόχρονα την παραγωγή και χρήση ορυκτών καυσίμων. Στο ίδιο πλαίσιο, ο Μπέσεντ έχει ζητήσει από την Παγκόσμια Τράπεζα να περιορίσει τους στόχους για την κλιματική χρηματοδότηση και να στηρίξει «όλες τις προσιτές και αξιόπιστες πηγές ενέργειας», συμπεριλαμβανομένων πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα.
Η τοποθέτησή του έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την επιστημονική κοινότητα, η οποία αποδίδει ξεκάθαρα την αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη στις ανθρώπινες δραστηριότητες και κυρίως στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από την καύση ορυκτών καυσίμων. Όπως επισημαίνουν επιστήμονες, χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση, φυσικοί παράγοντες όπως η ηλιακή δραστηριότητα και τα ηφαίστεια θα οδηγούσαν σε ψύξη και όχι σε θέρμανση του πλανήτη.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η μέση παγκόσμια θερμοκρασία έχει ήδη αυξηθεί κατά περίπου 1,2 βαθμούς Κελσίου από τη βιομηχανική επανάσταση, ενώ ενδέχεται να ξεπεράσει το όριο του 1,5 βαθμού μέσα στην επόμενη δεκαετία, με σοβαρές συνέπειες όπως εντονότερα κύματα καύσωνα, ακραία καιρικά φαινόμενα και αυξημένο κίνδυνο πυρκαγιών.
Η πολιτική κατεύθυνση της Ουάσινγκτον έχει ήδη αποτυπωθεί σε διεθνές επίπεδο, με τις ΗΠΑ να αποχωρούν από τη Συμφωνία του Παρισιού, να διακόπτουν τη συμμετοχή τους σε διεθνείς οργανισμούς για το κλίμα και να αποσύρουν χρηματοδότηση από μηχανισμούς στήριξης ευάλωτων χωρών.
Αντιδράσεις προκάλεσαν και οι τοποθετήσεις του Δανού οικονομολόγου Μπγιορν Λόμποργκ, ο οποίος συμμετείχε στη συζήτηση, υποστηρίζοντας ότι η έμφαση στην κλιματική πολιτική οδηγεί σε λανθασμένες προτεραιότητες εις βάρος της υγείας και της εκπαίδευσης στις φτωχότερες χώρες.
Από την πλευρά τους, ειδικοί στην κλιματική πολιτική προειδοποιούν ότι η υποβάθμιση του ζητήματος μπορεί να έχει σοβαρές οικονομικές συνέπειες. Όπως επισημαίνουν, η κλιματική αλλαγή συνδέεται ήδη με αυξημένες φυσικές καταστροφές, με σημαντικό κόστος για οικονομίες και κοινωνίες, ιδιαίτερα στις πιο ευάλωτες περιοχές.
Η συζήτηση αναδεικνύει το βαθύ ρήγμα που διαμορφώνεται διεθνώς γύρω από την κλιματική πολιτική, με τις ΗΠΑ να ακολουθούν διαφορετική πορεία σε σχέση με την Ευρώπη και άλλες μεγάλες οικονομίες που εντείνουν τις προσπάθειες για την ενεργειακή μετάβαση.
Πηγή: The New York Times
Οι δηλώσεις αυτές έρχονται σε συνέχεια της ευρύτερης στρατηγικής της κυβέρνησης Τραμπ, η οποία έχει ανατρέψει μεγάλο μέρος της προηγούμενης πολιτικής για την πράσινη ενέργεια, ενισχύοντας ταυτόχρονα την παραγωγή και χρήση ορυκτών καυσίμων.