Deloitte: Η αναφορά βιωσιμότητας μπορεί να μετατραπεί από υποχρέωση συμμόρφωσης σε εργαλείο ανάπτυξης

Body

Η αναφορά στοιχείων βιωσιμότητας αντιμετωπίζεται συχνά από τις επιχειρήσεις ως μέρος της κανονιστικής συμμόρφωσης και ως ένα ακόμη διοικητικό κόστος. Ωστόσο, σύμφωνα με ανάλυση της Deloitte, ολοένα και περισσότεροι επιχειρηματικοί ηγέτες αρχίζουν να επανεξετάζουν τον ρόλο της, βλέποντάς την ως πιθανό μοχλό ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος.

.

Η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των κανονιστικών πλαισίων –όπως η Corporate Sustainability Reporting Directive (CSRD) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο κανονισμός για την αποψίλωση των δασών (EUDR) και ο μηχανισμός συνοριακής προσαρμογής άνθρακα (CBAM)– απαιτεί από τις επιχειρήσεις να συλλέγουν και να επεξεργάζονται ολοένα περισσότερα δεδομένα.

Σύμφωνα με τη μελέτη Investor Trust in Sustainability Data της Deloitte και του Fletcher School του Πανεπιστημίου Tufts, το 83% των επενδυτών χρησιμοποιεί πλέον δεδομένα βιωσιμότητας στις βασικές επενδυτικές αναλύσεις του. Το ερώτημα, όπως σημειώνεται, δεν είναι αν οι εταιρείες πρέπει να επενδύσουν στις δυνατότητες αναφοράς, αλλά αν θα τις αντιμετωπίσουν ως κόστος ή ως πηγή επιχειρηματικής αξίας.

Η αυξανόμενη πίεση προέρχεται κυρίως από το ρυθμιστικό περιβάλλον. Η CSRD απαιτεί εκατοντάδες γνωστοποιήσεις, ενώ ο EUDR επιβάλλει αποδείξεις –ακόμη και γεωχωρικά δεδομένα– ότι προϊόντα δεν συνδέονται με αποψίλωση δασών. Παράλληλα, ο CBAM εισάγει προσαρμογές τιμών άνθρακα για προϊόντα που εισάγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σύμφωνα με τη Deloitte, πολλές επιχειρήσεις δεν διαθέτουν ακόμη τις απαραίτητες δυνατότητες για να ανταποκριθούν σε αυτές τις απαιτήσεις. Όπως επισημαίνεται, η αποτελεσματική διαχείριση της αναφοράς βιωσιμότητας απαιτεί τρεις βασικές ικανότητες: γνώση πολιτικής και κανονισμών, ενσωμάτωση τεχνολογιών και αξιόπιστα δεδομένα που μπορούν να υποστηρίξουν διαδικασίες ελέγχου.

Η αξιοποίηση τεχνητής νοημοσύνης (AI) αναδεικνύεται ως σημαντικό εργαλείο στη διαδικασία αυτή. Σε βασικό επίπεδο, η AI μπορεί να εντοπίζει ελλείψεις σε δεδομένα και να αυτοματοποιεί διαδικασίες συλλογής πληροφοριών. Σε πιο σύνθετες εφαρμογές, μπορεί να αναλύει δορυφορικές εικόνες για να επιβεβαιώσει ότι αλυσίδες εφοδιασμού δεν συνδέονται με αποψίλωση δασών.

Παράλληλα, τα δεδομένα βιωσιμότητας μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για στρατηγικές επιχειρηματικές αποφάσεις. Για παράδειγμα, μια εταιρεία μπορεί να συγκρίνει το κόστος και το αποτύπωμα άνθρακα διαφορετικών προϊόντων, αξιοποιώντας τις πληροφορίες αυτές για να βελτιώσει τα περιθώρια κέρδους ή να ανταποκριθεί σε αγορές που απαιτούν χαμηλότερες εκπομπές.

Η Deloitte επισημαίνει επίσης ότι η διαδικασία συλλογής δεδομένων για κανονιστική συμμόρφωση συχνά αποκαλύπτει ευκαιρίες εξοικονόμησης κόστους μέσω πρακτικών κυκλικής οικονομίας, όπως η επαναχρησιμοποίηση υλικών ή η βελτιστοποίηση της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Σύμφωνα με την έρευνα Deloitte Global 2025 C-suite Sustainability Report, το 83% των στελεχών αύξησε τις επενδύσεις σε δράσεις βιωσιμότητας το τελευταίο έτος, ενώ περίπου το 40% δηλώνει ότι μετασχηματίζει το επιχειρηματικό του μοντέλο ώστε η βιωσιμότητα να αποτελεί κεντρικό άξονα λειτουργίας.

Όπως σημειώνουν οι αναλυτές της εταιρείας, η τάση αυτή σηματοδοτεί μια αλλαγή προσέγγισης: από την «αναφορά για συμμόρφωση» προς την «αναφορά για δημιουργία αξίας», όπου τα δεδομένα βιωσιμότητας χρησιμοποιούνται για τη μείωση κινδύνων, τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των επιχειρήσεων.

Πηγή: Deloitte.

Αρθρογράφος
Κύριος χαρακτηρισμός περιεχομένου
Image
Επικεφαλίδα

Η αξιοποίηση τεχνητής νοημοσύνης (AI) αναδεικνύεται ως σημαντικό εργαλείο στη διαδικασία αυτή.