Η MSCI προχωρά στην εξαγορά της εταιρείας μοντελοποίησης φυσικών κλιματικών κινδύνων First Street, ενισχύοντας τις δυνατότητές της στην αξιολόγηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής σε επιχειρήσεις και επενδύσεις. Η συμφωνία, η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί το τρίτο τρίμηνο του 2026, προβλέπει αρχική καταβολή 120 εκατ. δολαρίων, με δυνατότητα πρόσθετων πληρωμών εφόσον επιτευχθούν συγκεκριμένοι στόχοι εσόδων.
;
Με την ενσωμάτωση των δεδομένων και των εργαλείων της First Street στις λύσεις κλιματικού και γεωχωρικού κινδύνου της MSCI, η εταιρεία θα μπορεί να πραγματοποιεί αξιολογήσεις φυσικών κλιματικών κινδύνων για περισσότερες από 2 δισεκατομμύρια κατασκευές παγκοσμίως.
Η εξαγορά έρχεται σε μια περίοδο όπου επενδυτές, τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες αναζητούν πιο ακριβή στοιχεία για τις οικονομικές επιπτώσεις των ακραίων καιρικών φαινομένων και των φυσικών κινδύνων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή. Σύμφωνα με ανάλυση της First Street, περισσότερες από τις μισές εισηγμένες εταιρείες που γνωστοποιούν ζημιές από ακραία καιρικά φαινόμενα υπολείπονται των εκτιμήσεων για την αύξηση των εσόδων τους μέσα στον επόμενο χρόνο, ενώ οι μετοχές τους υποαποδίδουν κατά μέσο όρο 2,7% μέσα σε 30 ημέρες.
Ο επικεφαλής Κλίματος και Βιωσιμότητας της MSCI, Richard Mattison, δήλωσε ότι η ενσωμάτωση των δεδομένων της First Street θα επιτρέψει στους πελάτες να κατανοούν καλύτερα τις μεταβαλλόμενες εκθέσεις τους σε φυσικούς κινδύνους και να ενσωματώνουν τις πληροφορίες αυτές στις χρηματοοικονομικές αποφάσεις τους.
Μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής, η First Street θα ενταχθεί στον τομέα βιωσιμότητας και κλίματος της MSCI. Ο ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της First Street, Matthew Eby, υποστήριξε ότι η συνεργασία θα επιτρέψει η αξιολόγηση του κλιματικού κινδύνου να ενσωματωθεί στις καθημερινές διαδικασίες των μεγαλύτερων επενδυτών, τραπεζών και ασφαλιστικών οργανισμών, επηρεάζοντας άμεσα τον τρόπο με τον οποίο τιμολογείται και κατανέμεται το κεφάλαιο.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της First Street, οι εταιρείες είναι σήμερα 6,5 φορές πιθανότερο να εκδώσουν προειδοποίηση για τα κέρδη τους μετά από ακραία καιρικά φαινόμενα σε σχέση με πριν από δύο δεκαετίες, ενώ το 65% των εισηγμένων επιχειρήσεων αναφέρει πλέον τους φυσικούς κλιματικούς κινδύνους στις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις του. Ωστόσο, η αναγνώριση των κινδύνων δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε επαρκή οργανωτική προετοιμασία, με πολλές επιχειρήσεις να εξακολουθούν να δυσκολεύονται να αποτιμήσουν οικονομικά την ανθεκτικότητά τους απέναντι στην κλιματική αλλαγή.
Η εξαγορά έρχεται σε μια περίοδο όπου επενδυτές, τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες αναζητούν πιο ακριβή στοιχεία για τις οικονομικές επιπτώσεις των ακραίων καιρικών φαινομένων.