Ανακούφιση προκαλούν στην ΕΥΔΑΠ τα φετινά αποθέματα νερού μετά τις αυξημένες βροχοπτώσεις και χιονοπτώσεις του χειμώνα, καθώς οι ταμιευτήρες ενισχύθηκαν σημαντικά και το χωριό Κάλλιο στον Μόρνο καλύφθηκε ξανά από τα νερά του φράγματος — μια εικόνα που είχε συνδεθεί τα προηγούμενα χρόνια με την έντονη υποχώρηση των αποθεμάτων λόγω ανομβρίας.
.
Παρά τη βελτίωση της κατάστασης, η λειψυδρία εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την οικονομία, την κοινωνία και τη γεωπολιτική σταθερότητα, με την κλιματική αλλαγή να καθιστά ολοένα πιο απρόβλεπτο τον κύκλο του νερού.
Οι παρατεταμένες ξηρασίες εναλλάσσονται πλέον με ακραία πλημμυρικά φαινόμενα, μετατρέποντας τη διαχείριση και αποθήκευση νερού σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας, ιδιαίτερα για τη Μεσόγειο και την Ελλάδα.
Σύμφωνα με στελέχη της εταιρείας, παρά τη βελτίωση των αποθεμάτων, η Αττική απέχει ακόμη από τα επίπεδα ασφαλείας προηγούμενων ετών, γεγονός που καθιστά επιτακτική τη μετάβαση σε ένα πιο ανθεκτικό και βιώσιμο μοντέλο διαχείρισης υδάτινων πόρων.
Στο επίκεντρο της στρατηγικής της ΕΥΔΑΠ βρίσκεται ένα εκτεταμένο επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 2,5 δισ. ευρώ για την περίοδο 2025-2034, με στόχο τον συνολικό μετασχηματισμό του υδροδοτικού μοντέλου της Αττικής.
Η φιλοσοφία του προγράμματος βασίζεται στις αρχές της κυκλικής οικονομίας, της τεχνολογικής αναβάθμισης και της θωράκισης των υποδομών απέναντι στις αυξανόμενες πιέσεις στα υδατικά αποθέματα.
Περίπου το ένα τρίτο των επενδύσεων αφορά έργα ύδρευσης, όπως η ανακαίνιση παλαιών δικτύων, η κατασκευή νέων αγωγών σε περιοχές της Δυτικής Αττικής και των νοτίων προαστίων, αλλά και η εγκατάσταση «έξυπνων» υδρομέτρων και ψηφιακών συστημάτων ανίχνευσης διαρροών.
Η ΕΥΔΑΠ επενδύει επίσης σε smart water networks που επιτρέπουν τον εντοπισμό διαρροών πριν ακόμη αυτές γίνουν αντιληπτές, περιορίζοντας απώλειες νερού και λειτουργικό κόστος.
Σύμφωνα με την εταιρεία, βασική δέσμευση παραμένει η διατήρηση του νερού ως κοινωνικού αγαθού οικονομικά προσιτού για όλους, με την τιμή του στην Ελλάδα να συγκαταλέγεται στις χαμηλότερες της Ευρώπης.
Ταυτόχρονα όμως, η ανάγκη υλοποίησης κρίσιμων έργων υποδομής και προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή δημιουργεί αυξημένες επενδυτικές ανάγκες για τα επόμενα χρόνια.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην επαναχρησιμοποίηση νερού και στις υποδομές επεξεργασίας λυμάτων, με επίκεντρο την Ψυττάλεια και τα νέα Κέντρα Επεξεργασίας Λυμάτων στην Ανατολική Αττική.
Η ΕΥΔΑΠ αναπτύσσει πιλοτικές εφαρμογές επιτόπιας επεξεργασίας λυμάτων και παραγωγής ανακτημένου νερού υψηλής ποιότητας για αστική άρδευση, όπως το έργο στο Μαρκόπουλο.
Το σύστημα βασίζεται στη λογική της «εξόρυξης» λυμάτων απευθείας από το αποχετευτικό δίκτυο και της τοπικής επεξεργασίας τους, ώστε να παράγεται νερό κατάλληλο για πότισμα αστικού πρασίνου, μειώνοντας έτσι τη χρήση πόσιμου νερού για δευτερεύουσες ανάγκες.
Η στρατηγική αυτή εντάσσεται στη μετάβαση από το παραδοσιακό γραμμικό μοντέλο «λήψη–χρήση–απόρριψη» σε ένα κυκλικό μοντέλο αξιοποίησης του νερού, το οποίο θεωρείται πλέον κρίσιμο για τη βιωσιμότητα των πόλεων.
Ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΥΔΑΠ, Χάρης Σαχίνης, χαρακτήρισε το 2025 μεταβατική χρονιά, σημειώνοντας ότι από το 2026 τίθεται σε πλήρη εφαρμογή νέο ρυθμιστικό πλαίσιο που διασφαλίζει ανάκτηση κόστους και εύλογη απόδοση επενδύσεων, προσφέροντας μεγαλύτερη σταθερότητα και προβλεψιμότητα.
Όπως ανέφερε, «με ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη, ένα απαιτητικό επενδυτικό πρόγραμμα και σαφές ρυθμιστικό περιβάλλον, η ΕΥΔΑΠ εισέρχεται σε μια νέα φάση ανάπτυξης, με στόχο τη βιώσιμη διαχείριση των υδατικών πόρων προς όφελος της κοινωνίας και του περιβάλλοντος».
Ο ίδιος τονίζει συστηματικά ότι η αποστολή της εταιρείας δεν περιορίζεται μόνο στην αδιάλειπτη παροχή ποιοτικού και οικονομικά προσιτού νερού στην Αττική, αλλά επεκτείνεται πλέον και στην επαναχρησιμοποίηση και κυκλική αξιοποίηση του νερού, στοιχείο ιδιαίτερα κρίσιμο σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής και αυξανόμενης ανομβρίας.
Επενδύσεις 2,5 δισ. ευρώ για τη θωράκιση της Αττικής.