WEF: Η βιωσιμότητα περνά από το compliance στην ανταγωνιστικότητα – AI και κλιματική προσαρμογή στο επίκεντρο

Body

Η βιωσιμότητα εισέρχεται σε μια νέα φάση, στην οποία το βάρος μετατοπίζεται από τις εταιρικές δεσμεύσεις και το reporting προς την ανταγωνιστικότητα, την επιχειρησιακή ανθεκτικότητα και την υλοποίηση επενδύσεων, σύμφωνα με το νέο «Chief Sustainability Officers’ Outlook» του World Economic Forum (WEF).

.

Η πρώτη έκδοση της συγκεκριμένης έρευνας βασίζεται σε στοχευμένη έρευνα και διαβουλεύσεις με Chief Sustainability Officers (CSOs). Η κοινότητα CSOs του WEF περιλαμβάνει 189 στελέχη μεγάλων επιχειρήσεων, ενώ η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τις 10 Φεβρουαρίου έως τις 18 Μαρτίου 2026 και συγκέντρωσε 103 ανώνυμες απαντήσεις από πέντε ηπείρους.

Παρά το δύσκολο γεωπολιτικό και μακροοικονομικό περιβάλλον, το 63% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι η παγκόσμια πρόοδος στη βιωσιμότητα θα παραμείνει σταθερή ή θα επιταχυνθεί μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Παράλληλα, περίπου τα τρία τέταρτα αναμένουν ότι οι επενδύσεις των επιχειρήσεων που συνδέονται με τη μετάβαση θα παραμείνουν σταθερές ή θα αυξηθούν.

Η αισιοδοξία αυτή συνυπάρχει, ωστόσο, με έντονες πιέσεις. Το 78% θεωρεί ότι οι γεωπολιτικές και μακροοικονομικές συνθήκες θα λειτουργήσουν ανασταλτικά για τη βιωσιμότητα, με τις συγκρούσεις, τα ασταθή πολιτικά μηνύματα και την αποδυνάμωση της πολυμερούς συνεργασίας να συγκαταλέγονται στους βασικούς παράγοντες.

Η κεντρική διαπίστωση του WEF είναι ότι η βιωσιμότητα αρχίζει να αντιμετωπίζεται λιγότερο ως ένα ξεχωριστό εταιρικό πρόγραμμα και περισσότερο ως βασική επιχειρηματική ικανότητα, που επηρεάζει την κατανομή κεφαλαίων, την παραγωγή, τις προμήθειες, τις αλυσίδες εφοδιασμού και την ανταγωνιστική θέση μιας εταιρείας.

Η αλλαγή, πάντως, δεν έχει ολοκληρωθεί στα διοικητικά συμβούλια. Το 65% των CSOs δηλώνει ότι τα ανώτατα διοικητικά στελέχη εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη βιωσιμότητα κυρίως ως υποχρέωση συμμόρφωσης. Το 50% τη συνδέει με την κοινωνική άδεια λειτουργίας μιας επιχείρησης, ενώ μόλις 41% θεωρεί ότι οι C-suite leaders τη βλέπουν ως πηγή επιχειρηματικής ανάπτυξης ή δημιουργίας αξίας.

Το WEF υποστηρίζει ότι αυτό το χάσμα αποτελεί μία από τις βασικές προκλήσεις για τους sustainability executives: να μετατρέψουν σύνθετους στόχους γύρω από το κλίμα, τη φύση, το νερό και τα τρόφιμα σε μετρήσιμα επιχειρηματικά και οικονομικά αποτελέσματα.

Παρά τις πιέσεις, το 69% των ερωτηθέντων αναμένει ότι οι εταιρικές στρατηγικές και επενδύσεις βιωσιμότητας είτε θα παραμείνουν περίπου στα σημερινά επίπεδα είτε θα επιταχυνθούν μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Ειδικότερα, το 49% προβλέπει σταθερότητα και το 20% επιτάχυνση.

Το επιχειρηματικό επιχείρημα υπέρ της βιωσιμότητας φαίνεται ταυτόχρονα να αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Για την επόμενη τριετία, το 64% των CSOs θεωρεί ότι η ενίσχυση του business case για τις δράσεις βιωσιμότητας θα αποτελέσει τον σημαντικότερο επιταχυντή της μετάβασης. Ακολουθούν το χαμηλότερο κόστος και η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα βιώσιμων τεχνολογιών με 56% και η εντονότερη συνεργασία επιχειρήσεων στις αλυσίδες αξίας με 50%.

Από την άλλη πλευρά, οι σημαντικότεροι παράγοντες που μπορεί να επιβραδύνουν την πρόοδο είναι οι ανατροπές πολιτικής ή τα ασυνεπή ρυθμιστικά μηνύματα, τα οποία αναφέρει το 68%, η πίεση για βραχυπρόθεσμες εταιρικές επιδόσεις με 61% και οι διεθνείς εντάσεις με 54%.

Το WEF περιγράφει αυτή τη νέα πραγματικότητα με τον όρο «green divergence»: η πράσινη μετάβαση δεν εξελίσσεται πλέον με ενιαίο ρυθμό, αλλά με διαφορετικές ταχύτητες ανά χώρα, αγορά και κλάδο, ανάλογα με την ανταγωνιστικότητα, την ενεργειακή ασφάλεια, την ανθεκτικότητα, τις υποδομές και τις χρηματοδοτικές δυνατότητες.

Περίπου 64% των CSOs αναμένει ότι οι αναδυόμενες αγορές θα αποκτήσουν μεγαλύτερο ηγετικό ρόλο στην παγκόσμια προσπάθεια περιβαλλοντικής βιωσιμότητας. Το WEF επισημαίνει την ταχεία ανάπτυξη καθαρής ενέργειας στην Ασία, τη σύνδεση βιωσιμότητας και ασφάλειας νερού στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική και τις ιδιαίτερα έντονες ανάγκες κλιματικής προσαρμογής σε τμήματα της Αφρικής.

Παράλληλα, το οικονομικό μέγεθος της πράσινης οικονομίας συνεχίζει να αυξάνεται. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το WEF, ξεπέρασε τα 5 τρισ. δολάρια ετησίως το 2024, περίπου το 5% της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας, και προβλέπεται να υπερβεί τα 7 τρισ. δολάρια έως το 2030. Το Forum αναφέρει επίσης ότι τα έσοδα από τις «πράσινες» δραστηριότητες των εταιρειών αυξάνονται κατά μέσο όρο περίπου δύο φορές ταχύτερα από τις υπόλοιπες επιχειρηματικές τους δραστηριότητες.

Ιδιαίτερο κεφάλαιο της έκθεσης αφιερώνεται στην τεχνητή νοημοσύνη, την οποία το WEF χαρακτηρίζει περισσότερο ως «επιταχυντή υλοποίησης» παρά ως αυτόνομη λύση βιωσιμότητας.

Το 73% των CSOs θεωρεί ότι η AI και άλλες ψηφιακές τεχνολογίες θα αποτελέσουν σημαντικό παράγοντα προόδου στη βιωσιμότητα μέσα στον επόμενο χρόνο. Περίπου οι μισοί περιμένουν επίσης μετρήσιμη βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεων των επιχειρήσεων από τη χρήση της AI.

Οι σημαντικότερες εφαρμογές της AI αναμένεται να βρίσκονται στη μοντελοποίηση και πρόβλεψη περιβαλλοντικών κινδύνων, την οποία επιλέγει το 66% των συμμετεχόντων, στην ενεργειακή και αποδοτική χρήση πόρων με 61% και στη μέτρηση και αναφορά περιβαλλοντικών επιπτώσεων με 52%. Ακολουθούν η διαφάνεια και ιχνηλασιμότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων με 39%.

Η έκθεση αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα. Η Schneider Electric έχει χρησιμοποιήσει AI-enabled optimization σε microgrids, μειώνοντας κατά 14% την κατανάλωση ενέργειας και κατά 28% τις εκπομπές CO₂ ανά εγκατάσταση σε 97 τοποθεσίες, ενώ η Lenovo έχει καταγράψει μείωση ενεργειακής κατανάλωσης κατά 6,5%-11% μέσω AI-enabled orchestration στα data centers της.

Η AI, όμως, αποτελεί και μία από τις μεγαλύτερες νέες περιβαλλοντικές προκλήσεις.

Το 77% των CSOs θεωρεί την ενεργειακή ένταση και την κατανάλωση φυσικών πόρων από τις υποδομές AI ως τη σημαντικότερη αρνητική περιβαλλοντική επίπτωση της τεχνολογίας για την επόμενη τριετία. Το 51% ανησυχεί ότι η άνιση πρόσβαση στην AI θα διευρύνει τα χάσματα βιωσιμότητας και το 34% ότι η έμφαση σε high-tech λύσεις μπορεί να αποσπάσει την προσοχή από απλούστερες ή nature-based λύσεις.

Οι CSOs παραμένουν μάλιστα διχασμένοι ως προς το συνολικό περιβαλλοντικό ισοζύγιο της AI: 37% πιστεύει ότι τα οφέλη θα υπερκαλύψουν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, 28% διαφωνεί και 35% δηλώνει αβέβαιο.

Πέρα από την τεχνολογία, η κλιματική προσαρμογή αναδεικνύεται σε έναν από τους σημαντικότερους νέους άξονες εταιρικής στρατηγικής.

Το 85% των ερωτηθέντων προβλέπει ότι το adaptation θα αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα στην παγκόσμια ατζέντα βιωσιμότητας μέσα στην επόμενη τριετία, ενώ 77% θεωρεί ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις θα έχουν καθοριστικό ρόλο στην κλιμάκωσή του.

Οι μεγαλύτερες αδυναμίες στις διεθνείς αλυσίδες αξίας εντοπίζονται στη διανομή και τα logistics, σύμφωνα με το 54%, και στις επιχειρηματικές λειτουργίες, σύμφωνα με το 53%. Το 42% επισημαίνει επίσης ως κρίσιμο κίνδυνο το κόστος και τη διαθεσιμότητα ασφαλιστικής κάλυψης.

Το βασικό εμπόδιο για τις εταιρικές επενδύσεις προσαρμογής δεν είναι μόνο η έλλειψη κεφαλαίων. Το 62% αναφέρει ως σημαντικότερο πρόβλημα την αβεβαιότητα σχετικά με τη σχέση κόστους-οφέλους, το 42% την έλλειψη υποστήριξης από την ηγεσία και το 31% τους βραχυπρόθεσμους κύκλους προϋπολογισμού.

Η ιδιαιτερότητα των επενδύσεων ανθεκτικότητας είναι ότι συχνά η οικονομική αξία τους προέρχεται από ζημιές που τελικά δεν συμβαίνουν, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη τη μέτρηση της απόδοσής τους σε σχέση με μια επένδυση που παράγει άμεσα νέα έσοδα.

Γι' αυτό και το WEF υπογραμμίζει ότι η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα δεν θα αυξηθεί αυτόματα. Απαιτούνται επενδύσιμα έργα, σαφέστερα μοντέλα εσόδων και αποπληρωμής, μηχανισμοί κατανομής κινδύνου και ισχυρότερες συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Η συνολική εικόνα της έκθεσης είναι επομένως λιγότερο μια ιστορία υποχώρησης της βιωσιμότητας και περισσότερο μια μεταβολή του τρόπου με τον οποίο αυτή δικαιολογείται και εφαρμόζεται μέσα στις επιχειρήσεις.

Το sustainability μετακινείται από την περιφέρεια της εταιρικής στρατηγικής προς αποφάσεις για επενδύσεις, λειτουργίες, τεχνολογία, ασφάλιση και εφοδιαστικές αλυσίδες. Η AI αντιμετωπίζεται ως εργαλείο που μπορεί να επιταχύνει την εκτέλεση, αλλά με σημαντικό ενεργειακό και υδατικό κόστος, ενώ η κλιματική προσαρμογή μετατρέπεται σταδιακά από περιβαλλοντικό ζήτημα σε θέμα business continuity, risk management και capital allocation.

Όπως συνοψίζει το ίδιο το World Economic Forum, η επόμενη φάση της μετάβασης θα κριθεί λιγότερο από τις δεσμεύσεις και περισσότερο από την ικανότητα εφαρμογής: από το κατά πόσο οι επιχειρήσεις μπορούν να ενσωματώσουν τη βιωσιμότητα στη στρατηγική τους, να μετατρέψουν την ανθεκτικότητα σε επενδύσιμη ευκαιρία και να χρησιμοποιήσουν την τεχνολογία για να πετύχουν μετρήσιμα αποτελέσματα σε μεγαλύτερη κλίμακα.

Πηγή: World Economic Forum

Αρθρογράφος
Κύριος χαρακτηρισμός περιεχομένου
Image
© Pixabay
Επικεφαλίδα

Παρά το δύσκολο γεωπολιτικό και μακροοικονομικό περιβάλλον, το 63% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι η παγκόσμια πρόοδος στη βιωσιμότητα θα παραμείνει σταθερή ή θα επιταχυνθεί μέσα στους επόμενους 12 μήνες.