Οι ακραίες θερμοκρασίες και οι ολοένα εντονότερες δασικές πυρκαγιές στην Ευρώπη αρχίζουν να επηρεάζουν πιο άμεσα τον τρόπο με τον οποίο οι επενδυτές αξιολογούν ακίνητα, επιχειρήσεις και ολόκληρα χαρτοφυλάκια, σύμφωνα με την Edmond de Rothschild Group.
.
Ο ελβετικός όμιλος διαχείρισης κεφαλαίων, ο οποίος εποπτεύει περίπου 250 δισ. δολάρια σε assets, καταγράφει από το καλοκαίρι αυξημένο αριθμό ερωτημάτων από πελάτες σχετικά με το κατά πόσο οι φυσικοί κλιματικοί κίνδυνοι πρέπει πλέον να ενσωματώνονται πιο έντονα στις αποτιμήσεις.
«Ιδιαίτερα οι πελάτες private banking έχουν αρχίσει να θέτουν περισσότερα ερωτήματα», ανέφερε ο Eric de Tessieres, Chief Sustainability Officer της Edmond de Rothschild.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση πελάτισσας με χαρτοφυλάκιο επικεντρωμένο στην Ευρώπη, η οποία ζήτησε να εξεταστεί εάν οι αυξανόμενοι κλιματικοί κίνδυνοι μπορούν να επηρεάσουν τις αποτιμήσεις συγκεκριμένων ακινήτων.
Όπως εξήγησε ο de Tessieres, εάν τα ασφάλιστρα αυξηθούν υπερβολικά ή ένα ακίνητο καταστεί δυσκολότερο να μισθωθεί εξαιτίας της έκθεσής του σε πυρκαγιές, καύσωνες ή άλλους φυσικούς κινδύνους, αυτό μπορεί αναπόφευκτα να επηρεάσει την αξία του.
Η συζήτηση έχει ενταθεί μετά από ένα καλοκαίρι ακραίας ζέστης και εκτεταμένων πυρκαγιών, που ανέδειξε την περιορισμένη προετοιμασία πολλών ευρωπαϊκών περιοχών απέναντι στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Οι οικονομικές συνέπειες δεν περιορίζονται στις άμεσες ζημιές από καταστροφές. Οι υψηλότερες θερμοκρασίες επηρεάζουν την παραγωγικότητα, το κόστος ενέργειας, τις τιμές βασικών εμπορευμάτων, τις ασφαλιστικές καλύψεις και τη λειτουργία των εφοδιαστικών αλυσίδων.
«Τα γεγονότα αυτού του καλοκαιριού, οι καύσωνες και οι πυρκαγιές, μας επιτρέπουν να επανεκκινήσουμε αυτή τη συζήτηση με τους πελάτες», σημείωσε ο de Tessieres. Όπως είπε, επειδή η πελατειακή βάση της Edmond de Rothschild είναι έντονα ευρωπαϊκή, οι σχετικές ερωτήσεις αυξήθηκαν πολύ περισσότερο φέτος σε σχέση ακόμη και με την περίοδο των μεγάλων πυρκαγιών στο Λος Άντζελες.
Η εταιρεία σκοπεύει πλέον να πραγματοποιεί συχνότερες αποτιμήσεις χαρτοφυλακίων, με στόχο να εντοπίζονται έγκαιρα τα assets που εμφανίζουν μεγαλύτερη έκθεση σε φυσικούς κλιματικούς κινδύνους.
«Αυτοί οι κλιματικοί κίνδυνοι θα έχουν αντίκτυπο στην τιμολόγηση ή στην ελκυστικότητα συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων», ανέφερε ο Chief Sustainability Officer της EdR.
Το ζήτημα απασχολεί πλέον ευρύτερα τον χρηματοπιστωτικό κλάδο. Ασφαλιστικές εταιρείες, συνταξιοδοτικά ταμεία και κεντρικές τράπεζες εξετάζουν με μεγαλύτερη προσοχή τον τρόπο με τον οποίο οι φυσικοί κίνδυνοι της κλιματικής αλλαγής μπορούν να μεταφερθούν στις αποτιμήσεις.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, για παράδειγμα, βρίσκεται ήδη σε διαδικασία προσαρμογής του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζει τα collateral των τραπεζών στις πράξεις παροχής ρευστότητας, λαμβάνοντας υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στις αξίες των assets.
Παράλληλα, η BlackRock είχε προειδοποιήσει νωρίτερα μέσα στον μήνα ότι οι μακροχρόνιοι, «χρόνιοι» κλιματικοί κίνδυνοι δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί πλήρως στις τιμές των αγορών.
Για την Edmond de Rothschild, ένα από τα επόμενα κρίσιμα βήματα είναι η καλύτερη πρόσβαση σε δεδομένα ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εταιρειών.
Οι επαγγελματίες επενδυτές χρειάζονται περισσότερα στοιχεία ώστε να μπορούν να υπολογίσουν όχι μόνο τις άμεσες καταστροφές, αλλά και το ενδεχόμενο αναγκαστικής διακοπής της επιχειρηματικής δραστηριότητας ή τις επιπτώσεις στις αλυσίδες αξίας.
Ο κίνδυνος μπορεί μάλιστα να προέρχεται από άλλη γεωγραφική περιοχή. Μια εταιρεία που λειτουργεί στην Ευρώπη μπορεί να υποστεί σημαντική οικονομική επίπτωση εάν βασικοί προμηθευτές της βρίσκονται σε μια περιοχή που πλήττεται από πυρκαγιά, πλημμύρα ή ακραία ξηρασία.
Η κλιματική προσαρμογή, ωστόσο, δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως κίνδυνος αλλά και ως νέα επενδυτική ευκαιρία.
Οι διαχειριστές της Edmond de Rothschild αναζητούν εταιρείες που μπορούν να ωφεληθούν από την αυξανόμενη ανάγκη για προστασία απέναντι στις υψηλές θερμοκρασίες και τα ακραία καιρικά φαινόμενα.
Μεταξύ των τομέων ενδιαφέροντος είναι οι τεχνολογίες ψύξης πέρα από τον παραδοσιακό κλιματισμό, ιδιαίτερα για βιομηχανικά κτίρια, αλλά και οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε λύσεις πυρόσβεσης και παραγωγή επιβραδυντικών υλικών.
Η τάση αυτή συνδέεται με έναν ευρύτερο κύκλο επενδύσεων στην κλιματική ανθεκτικότητα. Σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg Intelligence, το εξαιρετικά θερμό καλοκαίρι στη Δυτική Ευρώπη και η αύξηση των πυρκαγιών και των πλημμυρών ενισχύουν τις ανάγκες για επενδύσεις σε υποδομές, γεωργία, μεταφορές, ηλεκτρικά δίκτυα, αποθήκευση ενέργειας και ψύξη.
Οι οικονομικές απώλειες από πλημμύρες στην Ευρώπη έφτασαν τα 88,6 δισ. ευρώ την περίοδο 2020-2025, ενισχύοντας την ανάγκη για αντιπλημμυρικά έργα, συστήματα αποστράγγισης και ανθεκτικότερες υποδομές.
Αντίστοιχα, η αυξανόμενη έκθεση στην ακραία ζέστη αναμένεται να ενισχύσει τη ζήτηση για συστήματα HVAC, ιδιαίτερα καθώς μόλις περίπου 23% των ευρωπαϊκών κατοικιών διαθέτει σήμερα κλιματισμό.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι οι φυσικοί κίνδυνοι της κλιματικής αλλαγής μετακινούνται σταδιακά από τα sustainability reports στον πυρήνα της επενδυτικής ανάλυσης.
Για τους διαχειριστές κεφαλαίων, το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο «πράσινο» είναι ένα asset ή μια εταιρεία, αλλά πόσο ανθεκτικό είναι το επιχειρηματικό του μοντέλο σε μια Ευρώπη που γίνεται θερμότερη και περισσότερο εκτεθειμένη σε πυρκαγιές, πλημμύρες και ακραία καιρικά φαινόμενα.
Πηγή: Bloomberg
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση πελάτισσας με χαρτοφυλάκιο επικεντρωμένο στην Ευρώπη, η οποία ζήτησε να εξεταστεί εάν οι αυξανόμενοι κλιματικοί κίνδυνοι μπορούν να επηρεάσουν τις αποτιμήσεις συγκεκριμένων ακινήτων.