Η ακραία ζέστη δεν αποτελεί πλέον μόνο κίνδυνο για την υγεία των εργαζομένων, αλλά παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει άμεσα την παραγωγή, τα λειτουργικά κόστη, τα έσοδα και τελικά την κερδοφορία των επιχειρήσεων. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας μελέτης της MSCI, Too Hot to Work? How rising heat affects companies, productivity and economic output, η οποία εξετάζει τη σύνδεση ανάμεσα στις υψηλές θερμοκρασίες, την παραγωγικότητα της εργασίας και τις οικονομικές επιδόσεις.
.
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι επιπτώσεις δεν κατανέμονται ομοιόμορφα. Η Ασία και ο Ειρηνικός εμφανίζουν τη μεγαλύτερη έκθεση, ενώ περισσότερο ευάλωτοι είναι οι κλάδοι που βασίζονται σε εξωτερική και σωματικά απαιτητική εργασία, όπως τα ακίνητα –λόγω της κατασκευαστικής δραστηριότητας– και τα βασικά καταναλωτικά αγαθά, λόγω της γεωργίας και της παραγωγής τροφίμων.
Η ζέστη αφαιρεί παραγωγικές ώρες
Η MSCI εξετάζει τη θερμική καταπόνηση με βάση έναν δείκτη που συνδυάζει θερμοκρασία και υγρασία και διαφοροποιεί την επίδραση ανάλογα με το είδος της εργασίας. Όσο μεγαλύτερη είναι η σωματική ένταση και όσο περισσότερο η εργασία πραγματοποιείται σε εξωτερικό χώρο, τόσο ταχύτερα μειώνεται η παραγωγικότητα καθώς αυξάνεται η θερμική καταπόνηση. Αντίθετα, οι δραστηριότητες που πραγματοποιούνται σε κλιματιζόμενους εσωτερικούς χώρους εμφανίζουν μεγαλύτερη προστασία.
Με βάση το μοντέλο της, η MSCI υπολογίζει ότι οι σημερινές απώλειες στην παραγωγικότητα της εργασίας λόγω ζέστης αντιστοιχούν σε περίπου 3,9 τρισ. δολάρια ετησίως ή στο 2% του παγκόσμιου ΑΕΠ, πριν ληφθεί υπόψη η φυσιολογική προσαρμογή των ανθρώπων σε θερμότερα κλίματα.
Εάν το σημερινό μέγεθος και η διάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας παρέμεναν σταθερά, η επιβάρυνση αυξάνεται όσο ανεβαίνει η θερμοκρασία. Στο σενάριο χαμηλότερων εκπομπών SSP1-2.6, η απώλεια διαμορφώνεται περίπου στο 2,2% του παγκόσμιου ΑΕΠ σε ορίζοντα 75 ετών. Στο ενδιάμεσο SSP2-4.5 φθάνει στο 2,5%, ενώ στο σενάριο πολύ υψηλών εκπομπών SSP5-8.5 ανεβαίνει στο 3,3%, περίπου 65% υψηλότερα από τη σημερινή εκτιμώμενη επιβάρυνση.
Η προσαρμογή του ανθρώπινου οργανισμού σε υψηλότερες θερμοκρασίες μειώνει μέρος του κόστους, χωρίς όμως να το εξαλείφει. Στο δυσμενέστερο σενάριο, για παράδειγμα, η εκτιμώμενη απώλεια σε βάθος 75 ετών υποχωρεί από 3,3% σε 2,9% του παγκόσμιου ΑΕΠ όταν συνυπολογίζεται η φυσιολογική προσαρμογή. Σε εξαιρετικά θερμά έτη, όμως, οι απώλειες θα μπορούσαν να ξεπεράσουν ακόμη και το 5% του ΑΕΠ στο σενάριο υψηλών εκπομπών.
Η Ευρώπη είδε ήδη τις επιπτώσεις το 2026
Η MSCI χρησιμοποιεί το καλοκαίρι του 2026 στην Ευρώπη ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η ακραία ζέστη περνά στην πραγματική οικονομία. Η Δυτική Ευρώπη κατέγραψε το θερμότερο καλοκαίρι της ιστορίας της, με θερμοκρασίες 2,54°C πάνω από τον μέσο όρο της περιόδου 1991-2020 και επαναλαμβανόμενους καύσωνες από τον Μάιο έως τον Ιούλιο.
Η αυξημένη χρήση κλιματισμού ανέβασε τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας και συνέβαλε σε υψηλότερες χονδρεμπορικές τιμές. Ταυτόχρονα, στη Γαλλία οι υψηλές θερμοκρασίες των ποταμών περιόρισαν τη δυνατότητα ψύξης πυρηνικών μονάδων, οδηγώντας την EDF σε μείωση παραγωγής κατά 4,1 GW. Στη γεωργία, οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έδειχναν ότι οι αποδόσεις αρκετών σημαντικών θερινών καλλιεργειών μπορούσαν να διαμορφωθούν 7%-15% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας. Περίπου 130 εκατ. εργαζόμενοι στην Ευρώπη εκτιμάται ότι εκτίθενται σε υπερβολική ζέστη στη διάρκεια του έτους.
Το πρόβλημα εμφανίζεται ήδη και στις εταιρικές αναφορές. Σε ανάλυση 6.803 επιχειρήσεων που είχαν δημοσιοποιήσει λεπτομερείς πληροφορίες για φυσικούς κλιματικούς κινδύνους την περίοδο 2023-2025, η ακραία ζέστη ήταν ο τρίτος συχνότερα αναφερόμενος κίνδυνος, μετά τις πλημμύρες και την ξηρασία ή τη λειψυδρία. Στις αναφορές που αφορούσαν τη ζέστη, οι επιπτώσεις στο εργατικό δυναμικό εμφανίζονταν στο 50% των περιπτώσεων.
Ακίνητα και βασικά καταναλωτικά αγαθά στην πρώτη γραμμή
Η έκθεση εντοπίζει σημαντικές διαφορές ανά κλάδο. Υπό τις σημερινές κλιματικές συνθήκες, ο τομέας των ακινήτων εμφανίζει τη μεγαλύτερη σχετική απώλεια παραγωγικότητας, στο 4,7% της οικονομικής παραγωγής του κλάδου, ενώ ακολουθούν τα βασικά καταναλωτικά αγαθά με 2,6%. Στους υπόλοιπους εννέα κλάδους που εξετάζει η MSCI, οι απώλειες κινούνται περίπου μεταξύ 0,6% και 1,8%.
Η αυξημένη έκθεση των ακινήτων συνδέεται κυρίως με την κατασκευαστική δραστηριότητα, όπου μεγάλο μέρος της εργασίας είναι εξωτερικό και σωματικά απαιτητικό. Στο ενδιάμεσο κλιματικό σενάριο, η εκτιμώμενη απώλεια για τον κλάδο αυξάνεται από 4,7% σήμερα σε 5,7% σε βάθος 75 ετών, ενώ στα βασικά καταναλωτικά αγαθά από 2,6% σε 3,3%.
Σε συνθήκες πολύ υψηλής θερμικής καταπόνησης οι επιπτώσεις μπορούν να είναι πολύ μεγαλύτερες. Για βαριά σωματική εργασία σε εξωτερικό χώρο, το μοντέλο της MSCI εκτιμά ότι σε δείκτη WBGT 40°C η παραγωγική ικανότητα μπορεί να περιοριστεί μόλις στο 8% του φυσιολογικού επιπέδου, δηλαδή να μειωθεί περίπου κατά 92%.
Η Ασία και ο Ειρηνικός έχουν τη μεγαλύτερη έκθεση
Η γεωγραφία είναι εξίσου σημαντική με τον κλάδο. Η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού εμφανίζει σήμερα εκτιμώμενες απώλειες παραγωγικότητας 2,8% του περιφερειακού ΑΕΠ ή περίπου 2,4 τρισ. δολαρίων. Στην Αμερική το αντίστοιχο ποσοστό είναι 1,7%, ή 809 δισ. δολάρια, και στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική 1,1%, ή 668 δισ. δολάρια.
Η διαφορά διευρύνεται καθώς η θερμοκρασία ανεβαίνει. Στο SSP2-4.5, σε ορίζοντα 75 ετών, οι απώλειες στην Ασία-Ειρηνικό αυξάνονται στο 3,5% του περιφερειακού ΑΕΠ, έναντι 2,2% στην Αμερική και 1,4% στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.
Παράλληλα, στην Ασία-Ειρηνικό συγκεντρώνεται μεγαλύτερο ποσοστό οικονομικής δραστηριότητας στους τέσσερις κλάδους με τη μεγαλύτερη ευαισθησία στη ζέστη – ακίνητα, βασικά καταναλωτικά αγαθά, βιομηχανία και πρώτες ύλες. Οι κλάδοι αυτοί αντιπροσωπεύουν το 51% της περιφερειακής οικονομικής δραστηριότητας, έναντι 47% στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική και 42% στην Αμερική.
Η γεωγραφία μπορεί να διαφοροποιήσει έντονα ακόμη και επιχειρήσεις του ίδιου κλάδου. Στον τομέα των ακινήτων, για παράδειγμα, η εκτιμώμενη απώλεια φθάνει στο 6,1% στην Ασία-Ειρηνικό, έναντι 4,4% στην Αμερική και 2,6% στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.
Το 81% των εταιρειών του MSCI ACWI εμφανίζει κάποια έκθεση
Σε επίπεδο εισηγμένων εταιρειών, η MSCI συνδέει τις φυσικές εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων με τις τοπικές συνθήκες θερμότητας και το είδος της δραστηριότητας που πραγματοποιείται σε κάθε τοποθεσία.
Με βάση αυτή τη μοντελοποίηση, περίπου το 81% των εταιρειών που εξετάστηκαν στον MSCI ACWI εμφανίζει κάποια εκτιμώμενη επίπτωση στα έσοδα από τη μείωση της παραγωγικότητας λόγω ζέστης. Μεταξύ των εταιρειών που επηρεάζονται, η διάμεση απώλεια αντιστοιχεί στο 1,25% των εσόδων, ενώ στο 19% των επιχειρήσεων περισσότερο από το 2% των εσόδων εκτιμάται ότι βρίσκεται σε κίνδυνο. Για 32 εταιρείες, ή το 1,4% των εταιρειών του δείκτη, η αντίστοιχη έκθεση υπερβαίνει το 5% των εσόδων. Η MSCI διευκρινίζει ότι πρόκειται για μοντελοποιημένη έκθεση και όχι για πραγματικές καταγεγραμμένες απώλειες.
Από αυτές τις 32 περισσότερο εκτεθειμένες εταιρείες, οι 20 ανήκουν στον τομέα των ακινήτων και βρίσκονται κυρίως σε αγορές της Ασίας-Ειρηνικού, όπως η Ταϊλάνδη, η Ινδία, η Κίνα, το Χονγκ Κονγκ και οι Φιλιππίνες. Οι υπόλοιπες συγκεντρώνονται κυρίως στα βασικά καταναλωτικά αγαθά και τη βιομηχανία, μεταξύ άλλων σε τρόφιμα, γεωργία, εφοδιαστική και μεταφορές.
Βιομηχανία: μικρότερη σχετική ζημιά, μεγαλύτερο συνολικό κόστος
Η ανάλυση δείχνει επίσης ότι ο κλάδος με τη μεγαλύτερη αναλογική έκθεση δεν είναι απαραίτητα εκείνος που προκαλεί τη μεγαλύτερη συνολική οικονομική απώλεια.
Στη βιομηχανία, η εκτιμώμενη απώλεια παραγωγικότητας αντιστοιχεί στο 1,7% των εσόδων του κλάδου, σημαντικά χαμηλότερα από τα ακίνητα. Επειδή όμως οι βιομηχανικές επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 18% των συνολικών εσόδων των εταιρειών του MSCI ACWI, ο κλάδος συγκεντρώνει το 24% των συνολικών εκτιμώμενων απωλειών σε δολάρια, το υψηλότερο ποσοστό από όλους τους κλάδους.
Συνολικά, η MSCI εκτιμά ότι η επιβάρυνση των εσόδων των εταιρειών του δείκτη από τη χαμηλότερη παραγωγικότητα φθάνει τα 357 δισ. δολάρια. Η φυσιολογική προσαρμογή στη ζέστη θα μπορούσε να περιορίσει το ποσό κατά περίπου 17%, στα 298 δισ. δολάρια.
Σχεδόν 4 στις 10 εταιρείες δεν αναφέρουν μέτρα προσαρμογής
Το μέγεθος της τελικής οικονομικής ζημιάς εξαρτάται και από το πόσο αποτελεσματικά προσαρμόζονται οι επιχειρήσεις.
Ωστόσο, σχεδόν το 40% των εταιρειών του MSCI ACWI δεν δημοσιοποιεί μέτρα προσαρμογής ειδικά για την ακραία ζέστη. Στις εταιρείες κοινής ωφέλειας και στα ακίνητα, πάνω από τα τρία τέταρτα των επιχειρήσεων αναφέρουν κάποια μορφή αντιμετώπισης, ενώ στους χρηματοοικονομικούς και ενεργειακούς ομίλους περισσότερο από το μισό δεν δημοσιοποιεί σχετικές δράσεις. Η MSCI διευκρινίζει ότι η απουσία γνωστοποίησης δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι μια εταιρεία δεν εφαρμόζει μέτρα.
Υπάρχει επίσης μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην παρακολούθηση του κινδύνου και στην πραγματική μείωσή του. Από τις δράσεις προσαρμογής που εντοπίστηκαν, το 45% αφορούσε παρακολούθηση και αξιολόγηση, το 30% επενδύσεις σε υποδομές και το 12% πολιτικές και εταιρική διακυβέρνηση. Η MSCI σημειώνει ότι μέτρα όπως η ψύξη των χώρων εργασίας, η προστασία των εργαζομένων και οι αλλαγές στα ωράρια μπορούν να μειώσουν άμεσα την έκθεση, ενώ η απλή παρακολούθηση δεν περιορίζει από μόνη της τον κίνδυνο.
Για τους επενδυτές, το συμπέρασμα είναι ότι η έκθεση στην ακραία ζέστη δεν μπορεί να εκτιμηθεί μόνο από τον κλάδο στον οποίο ανήκει μια εταιρεία ή από τη χώρα της έδρας της. Η τοποθεσία των δραστηριοτήτων, το είδος της εργασίας, το ποσοστό των εσόδων που εξαρτάται από εκτεθειμένες εγκαταστάσεις και η πραγματική ικανότητα προσαρμογής μπορούν να καθορίσουν εάν ένας φυσικός κλιματικός κίνδυνος θα μετατραπεί σε ουσιαστική οικονομική επίπτωση.
Η MSCI εκτιμά ότι η ζέστη μειώνει ήδη την παγκόσμια παραγωγικότητα κατά περίπου 3,9 τρισ. δολάρια ετησίως, με την Ασία και κλάδους όπως τα ακίνητα να εμφανίζουν τη μεγαλύτερη έκθεση.