Καθώς οι πόλεις επενδύουν όλο και περισσότερο σε κλιματισμό, αστικό πράσινο, κέντρα δροσιάς και ενεργειακές αναβαθμίσεις κτιρίων για να αντιμετωπίσουν την ακραία ζέστη, μια νέα έννοια κερδίζει έδαφος στη συζήτηση για την κλιματική προσαρμογή: η «thermal justice», ή θερμική δικαιοσύνη.
.
Η βασική ιδέα είναι ότι ένα μέτρο που μειώνει τη θερμική επιβάρυνση σε ένα σημείο δεν είναι αυτομάτως και δίκαιο. Μπορεί να προστατεύει μια ομάδα ανθρώπων, αλλά ταυτόχρονα να μεταφέρει κόστος και κινδύνους σε άλλους κατοίκους, σε διαφορετικές περιοχές, σε υποδομές ή ακόμη και σε μελλοντικές γενιές.
Η ανάγκη για πιο δίκαιη αντιμετώπιση της ακραίας ζέστης γίνεται όλο και πιο επείγουσα. Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας που επικαλείται το World Economic Forum, περισσότεροι από 200.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από τη ζέστη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις συνδεδεμένες χώρες την προηγούμενη τετραετία. Η μεγάλη πλειονότητα αυτών των θανάτων θα μπορούσε να είχε προληφθεί με μέτρα όπως περισσότεροι σκιεροί χώροι, κέντρα δροσιάς, στοχευμένη υποστήριξη ηλικιωμένων και προστασία εργαζομένων σε εξωτερικούς χώρους.
Η θερμική επιβάρυνση, όμως, δεν είναι ίδια για όλους. Την ίδια ημέρα, ένα κύμα καύσωνα μπορεί να είναι απλώς ενοχλητικό για κάποιον που ζει σε καλά μονωμένο σπίτι και εργάζεται με ευέλικτο ωράριο, αλλά να αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για έναν εργαζόμενο σε εξωτερικό χώρο ή για κάποιον που ζει σε κακής ποιότητας κατοικία χωρίς πρόσβαση σε επαρκή ψύξη.
Η θερμική δικαιοσύνη επιχειρεί να αποτυπώσει ακριβώς αυτή τη διαφορά, συνδέοντας την κλιματική προσαρμογή με ζητήματα στέγασης, εισοδήματος, εργασίας, υποδομών και δημόσιου χώρου.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλές πολιτικές αντιμετώπισης της ζέστης αξιολογούνται κυρίως με βάση το πόσα δέντρα φυτεύτηκαν, πόσα cooling centres άνοιξαν ή πόσο μειώθηκε η μέση θερμοκρασία σε μια περιοχή. Αυτοί οι δείκτες είναι χρήσιμοι, αλλά δεν δείχνουν απαραίτητα ποιος ωφελείται και ποιος επιβαρύνεται.
Ο κλιματισμός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μπορεί να είναι κυριολεκτικά σωτήριος για την ανθρώπινη υγεία, αλλά η πρόσβαση σε αυτόν εξαρτάται από το εισόδημα, την ποιότητα της κατοικίας και την αξιοπιστία του ηλεκτρικού συστήματος.
Το 2024, περισσότερες από 40 χώρες που αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 70% της παγκόσμιας ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας κατέγραψαν νέα ρεκόρ αιχμής κατά τη διάρκεια κυμάτων καύσωνα. Σε αρκετές άλλες χώρες σημειώθηκαν εκτεταμένες διακοπές ηλεκτροδότησης και rolling blackouts.
Η χρήση κλιματισμού δημιουργεί επίσης ένα ακόμη πρόβλημα: ενώ μειώνει τη θερμοκρασία στο εσωτερικό των κτιρίων, αποβάλλει θερμότητα προς το εξωτερικό περιβάλλον και αυξάνει τη ζήτηση ενέργειας. Έτσι, η προστασία όσων μπορούν να πληρώσουν για ψύξη μπορεί να επιβαρύνει συνολικά το σύστημα και το αστικό περιβάλλον.
Αντίστοιχα διλήμματα εμφανίζονται και στο αστικό πράσινο.
Τα δέντρα και τα πάρκα μπορούν να περιορίσουν τη θερμική έκθεση, αλλά νέες πράσινες παρεμβάσεις μπορεί να οδηγήσουν σε αύξηση των αξιών ακινήτων και να ενισχύσουν φαινόμενα εκτοπισμού κατοίκων χαμηλότερου εισοδήματος.
Μελέτη σε 28 πόλεις της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής διαπίστωσε ότι προηγούμενες προσθήκες δημόσιου πρασίνου συνδέθηκαν με μεταγενέστερη gentrification σε 17 από αυτές, τουλάχιστον κατά μία δεκαετία.
Σε ξηρότερες περιοχές, παράλληλα, τα πάρκα και η νέα βλάστηση μπορεί να απαιτούν μεγάλες ποσότητες νερού και μακροχρόνια συντήρηση, δημιουργώντας νέες πιέσεις στους υδάτινους πόρους και στους δημοτικούς προϋπολογισμούς.
Οι ερευνητές περιγράφουν αυτό το φαινόμενο ως «thermal displacement»: τη μεταφορά θερμικού κινδύνου από μια ομάδα ή περιοχή σε μια άλλη.
Σε πρόσφατη έρευνα επιστημόνων από το ETH Zurich, το Swiss Federal Institute of Aquatic Science and Technology και άλλα ιδρύματα, η «thermal justice» ορίζεται ως η εφαρμογή των αρχών της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης στην αντιμετώπιση της ζέστης.
Οι ερευνητές προτείνουν πέντε βασικές διαστάσεις.
Η πρώτη αφορά την κατανομή: ποιοι λαμβάνουν τα οφέλη από τις επενδύσεις ψύξης και ποιοι πληρώνουν το κόστος. Η ίση παροχή μέτρων δεν σημαίνει απαραίτητα ίση προστασία, εφόσον ορισμένες κοινωνικές ομάδες είναι περισσότερο εκτεθειμένες ή περισσότερο ευάλωτες.
Η δεύτερη αφορά την αναγνώριση των αιτίων της ευπάθειας. Η θερμική επιβάρυνση δεν σχετίζεται μόνο με τη θερμοκρασία, αλλά και με το εισόδημα, την ηλικία, την κατάσταση της υγείας, το είδος εργασίας και τις συνθήκες στέγασης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ψύξη θα μπορούσε να αντιμετωπίζεται ως βασική δημόσια υποδομή, αντίστοιχη με την ύδρευση ή την αποχέτευση.
Ως παράδειγμα αναφέρεται η Βιέννη, όπου έρευνα δεν εντόπισε συστηματική σύνδεση μεταξύ της δημιουργίας πράσινων δρόμων και του gentrification την περίοδο 1991-2021. Οι ερευνητές αποδίδουν αυτό το αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, στη μεγάλη παρουσία κοινωνικής κατοικίας, στη ρύθμιση των ενοικίων και στην αποκεντρωμένη πολιτική πρασίνου.
Η τρίτη διάσταση αφορά τις πραγματικές δυνατότητες των ανθρώπων να συνεχίζουν την καθημερινότητά τους με ασφάλεια. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν μειώθηκε η μέση θερμοκρασία μιας γειτονιάς, αλλά αν ένας εργαζόμενος μπορεί να κάνει διάλειμμα, ένας ηλικιωμένος να φτάσει σε έναν δροσερό χώρο ή ένας ενοικιαστής να κοιμηθεί με ασφάλεια κατά τη διάρκεια ενός καύσωνα.
Η τέταρτη διάσταση αφορά τη συμμετοχή. Οι κάτοικοι, οι εργαζόμενοι και οι φροντιστές δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο ως ευάλωτες ομάδες αλλά και ως συμμετέχοντες στη λήψη αποφάσεων.
Η εμπειρία τους μπορεί να αποκαλύψει προβλήματα που δεν εμφανίζονται στα τεχνικά δεδομένα, όπως κέντρα δροσιάς που κλείνουν πριν τελειώσει η βάρδια ενός εργαζομένου ή εγκαταστάσεις που είναι δύσκολα προσβάσιμες.
Η πέμπτη διάσταση είναι η οικολογική δικαιοσύνη. Οι πόλεις πρέπει να εξετάζουν όχι μόνο πόσο μειώνει τη θερμοκρασία ένα μέτρο, αλλά και τι επιπτώσεις έχει στην κατανάλωση ενέργειας και νερού, στη στέγαση, στα οικοσυστήματα και στις ανάγκες μελλοντικής συντήρησης.
Σύμφωνα με τον Lucas Gobatti, Lecturer στο ETH Zurich, το ζητούμενο δεν είναι απλώς μια πιο δροσερή πόλη, αλλά μια πόλη στην οποία οι άνθρωποι μπορούν να ζουν, να εργάζονται και να μετακινούνται με ασφάλεια κατά τη διάρκεια ακραίας ζέστης χωρίς οι λύσεις να δημιουργούν νέους κινδύνους αλλού.
Η συζήτηση γύρω από τη thermal justice βρίσκεται ακόμη σε σχετικά πρώιμο στάδιο. Η χρήση των όρων «thermal justice» και «heat justice» στην επιστημονική βιβλιογραφία εξαπλασιάστηκε μέσα στα τελευταία δύο χρόνια, αλλά πάνω από 85% των σχετικών δημοσιεύσεων χρησιμοποιούσε τον όρο χωρίς σαφή ορισμό, ενώ το 63% δεν παρέπεμπε σε υπάρχον ορισμό.
Η ουσία, πάντως, είναι σαφής: η επιτυχία των πολιτικών για την ακραία ζέστη δεν μπορεί να μετριέται μόνο με αριθμούς δέντρων, εγκαταστάσεων κλιματισμού ή βαθμών Κελσίου που αφαιρέθηκαν από μια περιοχή.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος προστατεύεται, ποιος μένει εκτεθειμένος, ποιος αποφασίζει και αν το κόστος μιας λύσης μεταφέρεται απλώς σε κάποιον άλλο.
Πηγή: World Economic Forum
Η βασική ιδέα είναι ότι ένα μέτρο που μειώνει τη θερμική επιβάρυνση σε ένα σημείο δεν είναι αυτομάτως και δίκαιο.