Η νέα διεθνής συμφωνία για την προστασία των ωκεανών εκτός εθνικής δικαιοδοσίας, γνωστή ως παγκόσμια συνθήκη για τους ωκεανούς, θεωρείται από πολλούς διπλωματικό επίτευγμα. Ωστόσο, αναλυτές και ειδικοί προειδοποιούν ότι η παγκόσμια συνθήκη για τους ωκεανούς ενδέχεται να μετατραπεί και σε πεδίο γεωπολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων.
.
Η συμφωνία του ΟΗΕ για τη βιοποικιλότητα πέρα από την εθνική δικαιοδοσία (BBNJ) τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο και έχει ήδη επικυρωθεί από περισσότερες από 80 χώρες. Στόχος της είναι να δημιουργήσει ένα πλαίσιο για τον καθορισμό και τη χρηματοδότηση θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών, καθώς και για τη ρύθμιση της αξιοποίησης γενετικών πόρων των ωκεανών.
Ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων
Η εφαρμογή της συνθήκης, ωστόσο, επηρεάζεται έντονα από τις γεωπολιτικές ισορροπίες. Η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη δηλώσει ότι δεν σκοπεύει να δεσμευτεί από μια συμφωνία που δεν έχει υπογράψει.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα έχει επικυρώσει τη συνθήκη και έχει προτείνει να φιλοξενήσει τη γραμματεία του οργανισμού που θα επιβλέπει την εφαρμογή της. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να δώσει στο Πεκίνο σημαντική επιρροή στη χρηματοδότηση και την κατεύθυνση της διεθνούς πολιτικής για τους ωκεανούς.
Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι η ενεργή συμμετοχή της Κίνας συνδέεται και με τη στρατηγική της να ενισχύσει την παρουσία της στη διεθνή περιβαλλοντική διπλωματία και να ενισχύσει τη θέση της σε ζητήματα όπως οι διεκδικήσεις στη Νότια Σινική Θάλασσα.
Μια συμφωνία για τις “υψηλές θάλασσες”
Οι λεγόμενες «υψηλές θάλασσες», δηλαδή οι θαλάσσιες περιοχές πέρα από τα εθνικά χωρικά ύδατα, αποτελούν περίπου το 95% του όγκου των παγκόσμιων ωκεανών. Παρ’ όλα αυτά, λιγότερο από 1% αυτών των περιοχών προστατεύεται σήμερα. Η συμφωνία επιδιώκει να συμβάλει στην επίτευξη του διεθνούς στόχου «30 έως το 2030», δηλαδή την προστασία περίπου του 30% των ωκεανών έως το τέλος της δεκαετίας. Η ανάγκη για προστασία θεωρείται επείγουσα, καθώς οι ωκεανοί αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις από την υπεραλίευση, την κλιματική αλλαγή, τη ρύπανση και την εξόρυξη ορυκτών από τον θαλάσσιο πυθμένα.
Εξορύξεις και θαλάσσιοι πόροι
Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα είναι η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων των ωκεανών, όπως τα πολύτιμα μέταλλα που βρίσκονται σε βαθιά θαλάσσια κοιτάσματα. Ορισμένες χώρες και εταιρείες επιδιώκουν να ξεκινήσουν εξορύξεις στον πυθμένα της θάλασσας για μέταλλα όπως χαλκός, ασήμι και νικέλιο. Ωστόσο, άλλες κυβερνήσεις —μεταξύ τους και η Γαλλία— προειδοποιούν ότι η εξόρυξη θα μπορούσε να προκαλέσει μη αναστρέψιμες ζημιές στα θαλάσσια οικοσυστήματα. Η συζήτηση αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη καθώς η ζήτηση για κρίσιμα ορυκτά αυξάνεται λόγω της ενεργειακής μετάβασης.
Η δυσκολία εφαρμογής
Παρά την αισιοδοξία που προκάλεσε η συμφωνία, ειδικοί στην παγκόσμια διακυβέρνηση των ωκεανών επισημαίνουν ότι η εφαρμογή της θα είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Η έλλειψη ισχυρών μηχανισμών επιβολής, οι διαφωνίες μεταξύ κρατών και τα οικονομικά συμφέροντα που συνδέονται με την αλιεία, τις μεταφορές και την εξόρυξη ενδέχεται να περιορίσουν την αποτελεσματικότητα της συνθήκης. Παράλληλα, οι διαπραγματεύσεις που θα ξεκινήσουν στη Νέα Υόρκη για τη χρηματοδότηση και τη λειτουργία των νέων θεσμών θα αποτελέσουν κρίσιμο τεστ για το αν η συμφωνία μπορεί να μετατραπεί σε ουσιαστικό εργαλείο προστασίας των ωκεανών.
Πηγή: Financial Times.
Η συμφωνία επιδιώκει να συμβάλει στην επίτευξη του διεθνούς στόχου «30 έως το 2030», δηλαδή την προστασία περίπου του 30% των ωκεανών έως το τέλος της δεκαετίας.