Η αυξανόμενη ένταση των wildfires στις δυτικές πολιτείες των ΗΠΑ μετατρέπεται σε κρίσιμο ζήτημα ESG, καθώς η θυγατρική της Berkshire Hathaway, PacifiCorp, επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει το ποιος τελικά επωμίζεται το κόστος των καταστροφών που προκαλούνται από το ενεργειακό της δίκτυο.
.
Περισσότερα από 5,5 χρόνια μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2020 στο Όρεγκον, ο συνταξιούχος πυροσβέστης Φρεντ Κουότσο εξακολουθεί να αναμένει αποζημίωση άνω των 6 εκατ. δολαρίων, την οποία του επιδίκασε δικαστήριο κρίνοντας ότι ο εξοπλισμός της PacifiCorp προκάλεσε τη φωτιά που κατέστρεψε σχεδόν ολοκληρωτικά την περιουσία του. Η υπόθεσή του αποτελεί μόνο ένα μικρό μέρος από τις συνολικές αξιώσεις που σχετίζονται με τις πυρκαγιές της περιόδου εκείνης.
Σήμερα, η PacifiCorp αντιμετωπίζει αποζημιώσεις που έχουν ήδη φτάσει τα περίπου 2,2 δισ. δολάρια, ενώ οι συνολικές απαιτήσεις εκτιμάται ότι μπορεί να αγγίξουν τα 55 δισ. δολάρια. Το βάρος αυτό δημιουργεί μια από τις πρώτες μεγάλες προκλήσεις για τον διάδοχο του Γουόρεν Μπάφετ, Γκρεγκ Έιμπελ, ο οποίος καλείται να διαχειριστεί έναν νέο τύπο ρίσκου που συνδέεται άμεσα με την κλιματική κρίση και τη λειτουργία κρίσιμων υποδομών.
Το ζήτημα των wildfires που προκαλούνται από ενεργειακά δίκτυα έχει μετατραπεί σε συστημικό ESG πρόβλημα για τις εταιρείες κοινής ωφέλειας. Σε ολόκληρη τη δυτική Αμερική, οι επιχειρήσεις ενέργειας επενδύουν πλέον δισεκατομμύρια τόσο σε αποζημιώσεις όσο και σε προληπτικά μέτρα, όπως η υπογειοποίηση καλωδίων ή η διακοπή ρεύματος σε περιόδους υψηλού κινδύνου.
Ταυτόχρονα, όμως, εντείνεται η προσπάθεια μετακύλισης του κόστους σε άλλους κρίκους της οικονομίας: καταναλωτές, ασφαλιστικές εταιρείες και κρατικούς μηχανισμούς. Σε πολλές πολιτείες έχουν ήδη θεσπιστεί νομοθετικές ρυθμίσεις που περιορίζουν την ευθύνη των εταιρειών ενέργειας, δημιουργούν ειδικά ταμεία αποζημίωσης ή θέτουν ανώτατα όρια στις διεκδικήσεις των θυμάτων.
Η εμπειρία της Καλιφόρνιας λειτουργεί ως πρότυπο. Μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2017 και 2018, και την πτώχευση της PG&E λόγω υποχρεώσεων άνω των 30 δισ. δολαρίων, δημιουργήθηκε ταμείο ύψους 21 δισ. δολαρίων για τη σταθεροποίηση του κλάδου. Το μοντέλο αυτό μεταφέρει μέρος του κινδύνου στους καταναλωτές και στους μετόχους, λειτουργώντας ως μηχανισμός συλλογικής ασφάλισης.
Η Berkshire Hathaway έχει ήδη αναγνωρίσει ότι η μη έγκαιρη πρόβλεψη των οικονομικών και ρυθμιστικών κινδύνων των wildfires υπήρξε «δαπανηρό λάθος». Ο ίδιος ο Μπάφετ είχε προειδοποιήσει ότι οι σχετικές υποχρεώσεις θα μπορούσαν ακόμη και να απειλήσουν την επιβίωση ενεργειακών εταιρειών σε ορισμένες πολιτείες.
Η συζήτηση πλέον μετατοπίζεται από το ερώτημα «ποιος φταίει» στο «ποιος πληρώνει». Εάν το κόστος επιβαρύνει αποκλειστικά τις εταιρείες, ενδέχεται να περιοριστεί η πρόσβασή τους σε κεφάλαια και να αυξηθεί το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας. Εάν περιοριστεί η ευθύνη τους, οι επιπτώσεις μεταφέρονται σε ασφαλιστικές εταιρείες και νοικοκυριά.
Σε κάθε περίπτωση, το συμπέρασμα είναι σαφές: σε μια εποχή επιταχυνόμενης κλιματικής αλλαγής, οι wildfires δεν αποτελούν πλέον μόνο περιβαλλοντική απειλή, αλλά και θεμελιώδη δοκιμασία για τη διακυβέρνηση, τη βιωσιμότητα και τη χρηματοοικονομική ανθεκτικότητα των ενεργειακών υποδομών.
Πηγή: Bloomberg
Η εμπειρία της Καλιφόρνιας λειτουργεί ως πρότυπο.