Η πλειονότητα των μεγάλων δημόσιων συνταξιοδοτικών ταμείων στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτυγχάνει να υιοθετήσει επαρκείς επενδυτικές στρατηγικές για την αντιμετώπιση των κλιματικών κινδύνων και την προστασία των αποταμιεύσεων εκατομμυρίων εργαζομένων, σύμφωνα με νέα έκθεση της Sierra Club που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 22 Ιανουαρίου 2026.
.
Η μελέτη, με τίτλο «The Climate Solutions Gap: An Assessment of U.S. Public Pensions’ Investment Strategies», αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια αξιολόγησης και σύγκρισης των επενδυτικών προσεγγίσεων των αμερικανικών δημόσιων συνταξιοδοτικών ταμείων ως προς τις λύσεις για το κλίμα. Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκονται 29 μεγάλα συνταξιοδοτικά συστήματα και ένα μόνιμο κρατικό ταμείο, που συνολικά διαχειρίζονται περιουσιακά στοιχεία ύψους περίπου 3,25 τρισ. δολαρίων.
Παρά την αυξανόμενη αναγνώριση ότι η κλιματική αλλαγή συνιστά συστημικό κίνδυνο για τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις, η έκθεση καταγράφει εκτεταμένα κενά στις πολιτικές και στις πρακτικές των ταμείων. Σύμφωνα με τα ευρήματα, μόλις 4 από τα 30 ταμεία που αξιολογήθηκαν έλαβαν βαθμολογία «ισχυρή» ως προς τη στρατηγική επενδύσεων σε λύσεις για το κλίμα. Πρόκειται για το Minnesota State Board of Investment, τα τρία ταμεία της Νέας Υόρκης υπό την εποπτεία του Δημοτικού Ελεγκτή, το New York State Common Retirement Fund και το Oregon Public Employees Retirement Fund.
Η ανάλυση δείχνει ότι η μεγάλη πλειονότητα των ταμείων δεν διαθέτει σαφείς στόχους, αξιόπιστους ορισμούς ή επαρκή διαφάνεια ως προς το πώς οι επενδύσεις τους συμβάλλουν στη χρηματοδότηση χαμηλών εκπομπών και ανθεκτικών υποδομών. Σχεδόν τα 2/3 των ταμείων, συγκεκριμένα 22 από τα 30, έλαβαν βαθμολογία «αδύναμη» ή «καμία πολιτική», γεγονός που υποδηλώνει την απουσία συγκροτημένου σχεδίου για τη διοχέτευση κεφαλαίων σε αξιόπιστες κλιματικές λύσεις.
Στο ίδιο μήκος κύματος, τα περισσότερα ταμεία δεν έχουν αναλάβει δεσμεύσεις καθαρών μηδενικών εκπομπών. Συνολικά 24 από τα 30 δεν εμφανίζουν καμία σαφή δέσμευση net zero, ενώ ακόμη και μεταξύ όσων έχουν υιοθετήσει σχετικές δηλώσεις, τα μισά στερούνται βασικών στοιχείων, όπως σαφή σχέδια υλοποίησης και ενδιάμεσους στόχους.
Ιδιαίτερα περιορισμένη εμφανίζεται και η χρήση μετρήσιμων στόχων. Μόνο 5 ταμεία έχουν θέσει ρητούς στόχους για το ποσοστό των επενδύσεων που κατευθύνεται σε λύσεις για το κλίμα, με μεγάλες αποκλίσεις τόσο στο εύρος όσο και στην κλίμακα αυτών των τοποθετήσεων. Παράλληλα, η επενδυτική δραστηριότητα παραμένει σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένη στην καθαρή ενέργεια, με 10 ταμεία να λαμβάνουν βαθμολογία «αναπτυσσόμενη» στον τομέα αυτόν, ενώ καταγράφεται σημαντική υστέρηση σε άλλους κρίσιμους τομείς, όπως η φύση και η βιοποικιλότητα, η δίκαιη μετάβαση και η ανθεκτικότητα απέναντι σε φυσικούς κινδύνους.
Η έκθεση αναδεικνύει επίσης σοβαρά ελλείμματα διαφάνειας. Κανένα από τα εξεταζόμενα ταμεία δεν έλαβε βαθμολογία «ισχυρή» ως προς τη δημοσιοποίηση των συμμετοχών του, γεγονός που δυσχεραίνει την αξιολόγηση του κατά πόσον οι επενδύσεις ανταποκρίνονται σε αξιόπιστα πρότυπα ή ενέχουν κινδύνους πράσινου ξεπλύματος. Στο επίπεδο διακυβέρνησης, μόλις 8 ταμεία έλαβαν υψηλή βαθμολογία για την εποπτεία των διοικητικών συμβουλίων, ενώ στα περισσότερα δεν υφίστανται σαφείς αρμοδιότητες για την παρακολούθηση κλιματικών κινδύνων ούτε τακτική ενημέρωση για τις σχετικές επενδύσεις.
Η Sierra Club επισημαίνει ότι η ανεπαρκής πρόοδος δεν αποτελεί απλώς ζήτημα περιβαλλοντικής πολιτικής, αλλά άμεσο χρηματοοικονομικό κίνδυνο για τη συνταξιοδοτική ασφάλεια. Όπως δήλωσε η σύμβουλος βιώσιμης χρηματοδότησης του οργανισμού, Τζέσι Γουάξμαν, τα δημόσια συνταξιοδοτικά ταμεία εξαρτώνται από μια σταθερή και ανθεκτική οικονομία για να εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις τους προς τους εργαζομένους. Την ίδια στιγμή, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, από ακραία καιρικά φαινόμενα έως διαταραχές στις αλυσίδες αξίας, αποσταθεροποιούν ολοένα και περισσότερο την παγκόσμια οικονομία.
Η έκθεση τονίζει ότι η αντιμετώπιση του συστημικού κλιματικού κινδύνου προϋποθέτει ταχεία απανθρακοποίηση και εκτεταμένες επενδύσεις σε ανθεκτικές, χαμηλών εκπομπών υποδομές. Στο πλαίσιο αυτό, τα δημόσια συνταξιοδοτικά ταμεία θεωρούνται κρίσιμοι παράγοντες, τόσο λόγω του μεγέθους των κεφαλαίων που διαχειρίζονται όσο και λόγω του μακροπρόθεσμου επενδυτικού τους ορίζοντα.
Μεταξύ των βασικών συστάσεων της μελέτης περιλαμβάνονται η θέσπιση σαφών και χρονικά δεσμευτικών στόχων για επενδύσεις σε κλιματικές λύσεις σε όλες τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, η προτεραιότητα σε τοποθετήσεις που μειώνουν πραγματικές εκπομπές και όχι μόνο το αποτύπωμα χαρτοφυλακίου, η υιοθέτηση αυστηρών ορισμών για την αποφυγή πράσινου ξεπλύματος, η διεύρυνση των επενδύσεων πέρα από την καθαρή ενέργεια και η ενίσχυση της διακυβέρνησης και της διαφάνειας σε επίπεδο συμμετοχών.
Η αξιολόγηση καλύπτει μεγάλα ταμεία, όπως τα CalPERS και CalSTRS στην Καλιφόρνια, τα συνταξιοδοτικά συστήματα του Τέξας και της Φλόριντα, τα ταμεία της Νέας Υόρκης, του Όρεγκον και της Μινεσότα, καθώς και αντίστοιχα σχήματα σε περισσότερες από 20 πολιτείες. Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν την απόσταση μεταξύ της αναγνώρισης των κλιματικών κινδύνων και της ουσιαστικής ανακατεύθυνσης κεφαλαίων προς λύσεις που μπορούν να στηρίξουν μια σταθερή, χαμηλών εκπομπών οικονομία.
Σε μια περίοδο όπου οι φυσικοί κίνδυνοι, οι μεταβατικοί κίνδυνοι και οι ρυθμιστικές εξελίξεις διαμορφώνουν όλο και περισσότερο τις προοπτικές των μακροπρόθεσμων επενδύσεων, η έκθεση καταλήγει ότι η αδράνεια των δημόσιων συνταξιοδοτικών ταμείων ενδέχεται να μετατραπεί σε σοβαρή απειλή τόσο για το κλίμα όσο και για την ίδια τη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών συστημάτων.
Πηγή: Sierra Club
Παρά την αυξανόμενη αναγνώριση ότι η κλιματική αλλαγή συνιστά συστημικό κίνδυνο για τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις, η έκθεση καταγράφει εκτεταμένα κενά στις πολιτικές και στις πρακτικές των ταμείων.