Το 2017, η πρώτη αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Συμφωνία των Παρισίων προκάλεσε κάτι σπάνιο: ανοιχτή σύγκρουση ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και την επιχειρηματική ελίτ. Χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, CEOs σε κλάδους τεχνολογίας, επικεφαλής κολοσσών της ψυχαγωγίας και της αυτοκινητοβιομηχανίας έσπευσαν να καταδικάσουν δημόσια την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ, μιλώντας για πλήγμα στο περιβάλλον, στην οικονομία και στη διεθνή αξιοπιστία των ΗΠΑ. Αυτό βεβαίως συναρτάται με το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι επιχειρηματικοί οργανισμοί είχαν ήδη επενδύσει μεγάλα κεφάλαια στον ESG τομέα, την πράσινη μετάβαση και τον μετασχηματισμό και η υποχώρηση του Τράμπ σήμαινε ένα κόστος όχι μόνο ιδεολογικό, αλλά και πραγματικό.
.
Τότε, οι δηλώσεις ήταν ονομαστικές, αιχμηρές και χωρίς περιστροφές. Σήμερα, σχεδόν μία δεκαετία αργότερα, η στάση αυτή μοιάζει με μακρινή ανάμνηση. Μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ επανέφερε την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία των Παρισίων. Όμως η πρόσφατη απόφασή του ξεπερνά κατά πολύ τα προηγούμενα: οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρονται τόσο από το βασικό διεθνές πλαίσιο για το κλίμα που προϋπήρχε της Συμφωνίας των Παρισίων όσο και από τη Διακυβερνητική Επιτροπή του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) — τον οργανισμό που παράγει την πιο έγκυρη επιστημονική γνώση για την κλιματική κρίση παγκοσμίως.
Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, οι οργανισμοί αυτοί «δεν εξυπηρετούν πλέον τα αμερικανικά συμφέροντα». Όπως επισημαίνουν αναλύσεις των Financial Times, πρόκειται για μια απόφαση χωρίς ιστορικό προηγούμενο: καμία άλλη χώρα δεν έχει αποχωρήσει τόσο καθολικά από τον πυρήνα της παγκόσμιας κλιματικής διακυβέρνησης.
Το εντυπωσιακό, όμως, δεν είναι μόνο η πολιτική επιλογή. Είναι η αντίδραση — ή μάλλον η απουσία της. Οι ίδιες εταιρίες που το 2017 καταδίκαζαν ανοιχτά την αποχώρηση, αυτή τη φορά σιωπούν. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες δημοσιογράφων, καμία από τις μεγάλες πολυεθνικές που είχαν τότε υψώσει φωνή δεν προχώρησε σε δημόσιο σχόλιο. Η σιωπή αυτή δεν είναι τυχαία.
Όπως αναφέρει το ρεπορτάζ των Financial Times, πίσω από κλειστές πόρτες τα στελέχη παραδέχονται ότι φοβούνται πολιτικά αντίποινα, ρυθμιστικές πιέσεις ή ακόμη και επιπτώσεις στην αξία των εταιριών τους. «Οι διοικήσεις κινούνται πλέον πάνω σε “αυγά”», φέρεται να δηλώνει έμπειρο στέλεχος του χώρου της εταιρικής βιωσιμότητας. Το ρίσκο του να μιλήσεις δημόσια θεωρείται μεγαλύτερο από το όφελος.
Λίγες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Ο Roy Bedlow, ιδρυτής της Low Carbon, σημειώνει ότι η απουσία των ΗΠΑ από τα διεθνή κλιματικά όργανα θα αποδυναμώσει τον συλλογικό συντονισμό, αν και η ενεργειακή μετάβαση συνεχίζει να κινείται, σε μεγάλο βαθμό, από τις δυνάμεις της αγοράς. Παράλληλα, οργανισμοί όπως το We Mean Business προειδοποιούν ότι η αποχώρηση των ΗΠΑ από τα θεσμικά πλαίσια στερεί από επιχειρήσεις και επενδυτές κοινά πρότυπα, κανόνες και αξιόπιστη επιστημονική βάση.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό. Είναι βαθιά πολιτικό και οικονομικό. Την ώρα που οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι το όριο περιορισμού της υπερθέρμανσης του πλανήτη στους +1,5°C κινδυνεύει να ξεπεραστεί ήδη από το 2030, η έλλειψη πολιτικής βούλησης και δημόσιας στήριξης από τον επιχειρηματικό κόσμο, υπονομεύει κάθε σοβαρή προσπάθεια μετάβασης.
Η σιωπή των μεγάλων εταιριών ίσως προστατεύει βραχυπρόθεσμα ισολογισμούς και μετοχές. Μακροπρόθεσμα, όμως, αποδυναμώνει τόσο την παρακαταθήκη του ESG ως εταιρική αξία υπευθυνότητας, όσο και τα ίδια τα θεσμικά εργαλεία που χρειάζονται για να διαχειριστούν τους κλιματικούς κινδύνους που απειλούν την παγκόσμια οικονομία. Ας συλλογιστούμε πως όταν ακόμη και οι ισχυρότεροι οικονομικοί παίκτες αποφεύγουν να μιλήσουν υπό το φόβο πολιτικής τιμωρίας, αυτό λέει πολλά — και όχι καλά — για την κατάσταση των δημοκρατιών μέσα στις οποίες λειτουργούν.
Οι επιχειρηματικοί κολοσσοί που παλαιότερα εναντιώθηκαν στην απόσυρση ΗΠΑ από τις κλιματικές συμφωνίες σήμερα υποχωρούν υπό τον φόβο πολιτικών κυρώσεων-Τι προεκτάσεις έχει η σιωπή για τον τομέα της βιωσιμότητας και τη διαφάνεια;