Σε ισχύ τέθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2026 η Συνθήκη για την Ανοιχτή Θάλασσα, επισήμως γνωστή ως Συμφωνία για τη Βιοποικιλότητα Πέραν της Εθνικής Δικαιοδοσίας (BBNJ), σηματοδοτώντας ένα ιστορικό βήμα για τη διεθνή διακυβέρνηση των ωκεανών και τη διατήρηση της θαλάσσιας βιοποικιλότητας.
.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη της χαιρετίζουν την έναρξη ισχύος της συμφωνίας ως ένα καθοριστικό ορόσημο για την προστασία και τη βιώσιμη χρήση των ωκεανών. Η Συνθήκη δημιουργεί ένα κοινό πλαίσιο διακυβέρνησης για περίπου το 50% της επιφάνειας του πλανήτη και το 95% του όγκου των ωκεανών, καλύπτοντας τη μεγαλύτερη ενιαία περιοχή οικοσυστημάτων στη Γη.
Η συμφωνία καθιστά εφικτή τη δημιουργία θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών στην ανοιχτή θάλασσα, τη ρύθμιση της εκμετάλλευσης των θαλάσσιων γενετικών πόρων, την αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από υφιστάμενες και μελλοντικές ανθρώπινες δραστηριότητες, καθώς και την υποστήριξη αναπτυσσόμενων χωρών μέσω προγραμμάτων ενίσχυσης δυνατοτήτων και μεταφοράς θαλάσσιας τεχνολογίας.
Μέχρι σήμερα, η Συνθήκη έχει επικυρωθεί από 81 συμβαλλόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 16 κρατών-μελών της, ενώ έχει υπογραφεί από 145 χώρες. Το αναγκαίο όριο των 60 επικυρώσεων επιτεύχθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2025, δύο χρόνια μετά την υιοθέτησή της, ενεργοποιώντας την έναρξη ισχύος της 120 ημέρες αργότερα, στις 17 Ιανουαρίου 2026.
Καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ηγήθηκε της πολιτικής διαδικασίας και των διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στην ολοκλήρωση της συμφωνίας το 2023, σε μια εξέλιξη που χαρακτηρίζεται ως μεγάλη επιτυχία της πολυμέρειας και ιστορικό επίτευγμα στο διεθνές δίκαιο και στη διακυβέρνηση των ωκεανών. Ως συμπρόεδρος της Συμμαχίας Υψηλών Φιλοδοξιών για τη BBNJ, η οποία συγκεντρώνει 46 χώρες, η ΕΕ δηλώνει ότι παραμένει προσηλωμένη στην πλήρη και αποτελεσματική εφαρμογή της συμφωνίας.
Παράλληλα, βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη προπαρασκευαστικές συζητήσεις για την πρώτη Διάσκεψη των Συμβαλλόμενων Μερών (COP), η οποία προβλέπεται να πραγματοποιηθεί εντός ενός έτους από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης. Η ΕΕ έχει επίσης δεσμευθεί να στηρίξει έμπρακτα την εφαρμογή της, ιδίως στις αναπτυσσόμενες χώρες, μέσω του Ευρωπαϊκού Παγκόσμιου Προγράμματος για τους Ωκεανούς. Το πρόγραμμα αυτό διαθέτει συνολικό προϋπολογισμό 40 εκατ. ευρώ και εγκαινιάστηκε στην τρίτη Διάσκεψη του ΟΗΕ για τους Ωκεανούς τον Ιούνιο, με την πρώτη φάση να περιλαμβάνει τεχνική βοήθεια κατόπιν αιτήματος ύψους 10 εκατ. ευρώ, η οποία είναι ήδη πλήρως λειτουργική.
Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Ένωση συγκαταλέγεται στους βασικούς χρηματοδότες της αρχικής λειτουργίας της Γραμματείας της BBNJ, η οποία φιλοξενείται στη Διεύθυνση Ωκεάνιων Υποθέσεων και Δικαίου της Θάλασσας των Ηνωμένων Εθνών.
Οι περιοχές πέραν της εθνικής δικαιοδοσίας, που περιλαμβάνουν την ανοιχτή θάλασσα και τον βυθό εκτός κρατικών ορίων, φιλοξενούν ανεκτίμητους θαλάσσιους πόρους και οικοσυστήματα, παρέχοντας κρίσιμα οικολογικά, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτιστικά και επιστημονικά οφέλη, καθώς και συμβολή στην παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια. Ωστόσο, δέχονται ολοένα και μεγαλύτερες πιέσεις από τη ρύπανση, την υπερεκμετάλλευση, την κλιματική αλλαγή και την απώλεια βιοποικιλότητας.
Η νέα Συνθήκη φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις, ιδίως ενόψει της αυξανόμενης ζήτησης για θαλάσσιους πόρους, είτε για τρόφιμα, είτε για φαρμακευτικές εφαρμογές, είτε για ενέργεια. Παράλληλα, αναμένεται να ενισχύσει τη συνοχή και τον συντονισμό μεταξύ των πολλών διεθνών οργανισμών και φορέων που δραστηριοποιούνται στην ανοιχτή θάλασσα, συμβάλλοντας σε μια πιο ολιστική και αποτελεσματική διαχείριση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στους ωκεανούς.
Η έναρξη ισχύος της Συνθήκης για την Ανοιχτή Θάλασσα θεωρείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη διεθνή κοινότητα ως μια από τις σημαντικότερες εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών για την παγκόσμια προστασία των ωκεανών και της θαλάσσιας ζωής, θέτοντας τα θεμέλια για μια νέα εποχή διεθνούς συνεργασίας στην ωκεάνια διακυβέρνηση.
Η Συνθήκη δημιουργεί ένα κοινό πλαίσιο διακυβέρνησης για περίπου το 50% της επιφάνειας του πλανήτη και το 95% του όγκου των ωκεανών, καλύπτοντας τη μεγαλύτερη ενιαία περιοχή οικοσυστημάτων στη Γη.